×

Προειδοποίηση

JUser: :_load: Αδυναμία φόρτωσης χρήστη με Α/Α (ID): 63

Η μελωδία της αγάπης - Του Δημ. Καλανδράνη

> Απόψεις

Παραμονή Χριστουγέννων στην Αθήνα. Στους παγωμένους της δρόμους, ο κόσμος   βιάζεται να προλάβει τα τελευταία ψώνια πριν κλείσουν τα καταστήματα.

 

Ανάμεσα στο πλήθος, λιλιπούτειοι καλαντιστές μπαινοβγαίνουν στις πολυκατοικίες για να πουν τα κάλαντα. Οι εποχές όμως δύσκολες για όλο τον κόσμο και τα παιδιά το αντιλαμβάνονται από τα πενιχρά έσοδα.

Ο Μιχαλάκης, ένα δεκαπεντάχρονο αγόρι, είναι ένας από αυτούς. Κρατώντας το τρίγωνο σφιχτά κάτω από το μπουφάν, μετράει από μέσα του πόσες πολυκατοικίες έχει επισκεφτεί.

Συνολικά είκοσι, και τα σκαλοπάτια που ανεβοκατέβηκε ξεπερνούσαν τα χίλια. Όμως άξιζε ο κόπος. Έβαλε στόχο να μαζέψει 85 ευρώ για να αγοράσει μια φλογέρα και του έλειπαν 18 ευρώ. Την ονειρευόταν από καιρό και την είχε εντοπίσει στο κατάστημα του Νάκα στην Ναυαρίνου. «Δυο τρεις πολυκατοικίες ακόμη και θα τα μαζέψω» σκέφτηκε και συνέχισε τις επιδρομές για καμιά ώρα ακόμα.

Λαχανιασμένος, στάθηκε μπροστά στην είσοδο μιας πολυκατοικίας και την ώρα που πατούσε ένα κουδούνι στην  τύχη,  είδε δυο πολύ μικρά παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι, να στέκονται λίγα βήματα πίσω του. Καθώς άνοιγε η πόρτα, τα δυο παιδιά  τον κοίταξαν ικετευτικά σαν να τον παρακαλούσαν να τα αφήσει να περάσουν πρώτα.

Χωρίς δισταγμό, παραμέρισε και τους είπε: «Ανεβείτε εσείς, εγώ θα πάω σε άλλη πολυκατοικία». Τα προσωπάκια των δυο παιδιών φωτίστηκαν και του χαμογέλασαν.

Τότε πρόσεξε πως δεν θα ήταν πάνω από δέκα ετών, φτωχικά ντυμένα και πολύ αδύνατα. Πριν προλάβει να τους ευχηθεί καλή επιτυχία, τα παιδάκια χάθηκαν στις ατέλειωτες σκάλες της πολυκατοικίας.

Ο Μιχαλάκης στάθηκε κάτω από το φως της εισόδου και άρχισε να μετράει τις εισπράξεις του. Έκπληκτος είδε ότι είχε μαζέψει 95 ευρώ. Είχε υπερκαλύψει την αξία της φλογέρας και αυτό τον έκανε να πετάει από χαρά.

«Δε χρειάζεται να συνεχίσω. Αρκετά για σήμερα. Ας βγάλουν και άλλοι χαρτζιλίκι» είπε μέσα του. Καθώς ετοιμαζόταν να φύγει, είδε τα παιδάκια να βγαίνουν από την πολυκατοικία.

«Τόσο γρήγορα τελειώσατε;» τα ρώτησε.

«Κανένας δε μας άνοιξε» απάντησε το κοριτσάκι με παράπονο, ενώ δάκρυα κυλούσαν στα χλομά του μάγουλα.

«Γιατί κλαις; Δεν μαζέψατε αρκετά;» ρώτησε ξανά ο Μιχαλάκης.

«Θέλαμε να μαζέψουμε 70 ευρώ για τα γυαλιά του παππού που έσπασαν. Μέχρι τώρα συγκεντρώσαμε μόνο τα μισά».

Ο Μιχαλάκης ένιωσε ένα σφίξιμο στην καρδιά. Έτσι που στεκόντουσαν μπροστά του, έμοιαζαν με δυο φτωχά αγγελάκια ξεχασμένα από τον Θεό. Κοίταξε τα μικροσκοπικά χεράκια τους. Κρατούσαν σφιχτά τα σιδερένια τρίγωνα και φαινόντουσαν παγωμένα από το κρύο.

Για αρκετή ώρα δεν μίλησε κανείς τους. Σε μια στιγμή, το πρόσωπο του Μιχαλάκη έλαμψε: «Να μου πείτε τα κάλαντα» τους είπε.

Εκείνα ξαφνιάστηκαν. Δίστασαν στην αρχή. Μετά υποχώρησαν και ενώ τραγουδούσαν, ο Μιχαλάκης έβαλε διακριτικά 50 ευρώ στον κουμπαρά τους λέγοντας: «Πηγαίνετε σπίτι σας, φτάνει για σήμερα». Τα παιδάκια τον ευχαρίστησαν και έφυγαν.

Στο δρόμο για το σπίτι, ο Μιχαλάκης φανταζόταν την χαρούμενη έκφραση στα προσωπάκια των παιδιών όταν θα ανακάλυπταν το ανέλπιστο δώρο και τον πλημμύρισαν αμέτρητα συναισθήματα χαράς. Δεν το ένοιαζε που δεν θα άκουγε τη μελωδία της φλογέρας. Τη θέση της είχε πάρει η μελωδία της αγάπης.