Χριστούγεννα, οι φτωχοί και εμείς | Του Δ. Καλανδράνη

> Απόψεις

Τα Χριστούγεννα είναι ίσως η μόνη γιορτή που οι φτωχοί μελαγχολούν βλέποντας τον κόσμο να ψωνίζει και να διασκεδάζει, όταν γι’ αυτούς οι μέρες αυτές δεν διαφέρουν από τις άλλες.

 

Τελευταία, η κρίση δημιούργησε μια νέα κατηγορία φτωχών που είδαν τα εισοδήματα τους να συρρικνώνονται απελπιστικά. Είναι δύσκολο να τους αναγνωρίσεις γιατί εξακολουθούν να συμπεριφέρνονται με αξιοπρέπεια, και μόνο στο σπίτι τους  διαπιστώνεται η ένδειά τους. Είναι οι άνθρωποι που ζούσαν με άνεση και σήμερα στερούνται ακόμη και τα στοιχειώδη. Είναι υπερήφανοι και δεν δέχονται εύκολα βοήθεια, εκτός αν αυτή  γίνεται με πολύ διακριτικό τρόπο.

Αν θέλει κάποιος να βοηθήσει, εκτός από τα τρόφιμα, υπάρχουν και άλλοι τρόποι στήριξης, όπως πχ. αν έχουν παιδιά, να μην εισπράττουμε δίδακτρα και συμμετοχές σε χορευτικά συγκροτήματα, σε χορωδίες, στον αθλητισμό. Αν είμαστε υδραυλικοί, μηχανικοί, ηλεκτρολόγοι, γιατροί, θα μπορούσαμε να αμειβόμαστε με λιγότερα χρήματα ή καθόλου. Όσοι από εμάς παράγουμε πολύ ελαιόλαδο ή και ζαρζαβατικά στον κήπο μας που περισσεύουν, αντί να τα μοιράζουμε σε χορτάτους φίλους, ας θυμόμαστε αυτούς που τα έχουν ανάγκη.

Σε ό,τι αφορά τον Δήμο, τις Κοινότητες και τους  Συλλόγους, καλό θα ήταν να ασχοληθούν  σοβαρά με το θέμα και όχι μόνο στις γιορτές.

Το παρακάτω ποίημα το έγραψα για τον εαυτό μου και το αφιερώνω με αγάπη σε αυτούς που η κρίση δεν τους άγγιξε και σ’ αυτούς που «ο βήχας και το χρήμα» δεν κρύβονται.

Σαν πεθάνω, μνημόσυνο δεν θέλω να μου κάνουν,

εκτός εάν, σ’ αυτόν τον τόπο προσέφερα κάτι παραπάνω

από αυτά που είχα υποχρέωση να κάνω.

Αν βόηθησα δυο ανθρώπους να μονιάσουν.

Αν βόηθησα παιδιά το δρόμο το σωστό να βρουν.

Αν πρόσφερα εργασία χωρίς αμοιβή καμία.

Αν φρόντισα τη φύση να μην καταστραφεί.

Αν χάρισα τις γνώσεις μου χωρίς να το ζητήσουν,

Χωρίς ποτέ να πληρωθώ.

Αν βόηθησα φτωχό χωρίς να καταλάβει.

Αν ήμουν δίκαιος σ’ εχθρούς και φίλους

και όταν ακόμη θιγότανε το ίδιο μου το συμφέρον,

Αν  σ’ όλο μου το διάβα έσπερνα αγάπη, φιλία, καλοσύνη,

όχι για όφελος δικό μου, αλλά για τον συνάνθρωπό μου.

Μνημόσυνο δεν θέλω να μου κάνουν

αν ένιωθα χαρά για κάποιον που ’χε λύπη.

Αν έτρωγα μπροστά σ’ ανθρώπους που πεινούσαν.

Αν άφησα ανθρώπους να χαθούν,

ενώ μπορούσα βοήθεια να τους δώσω να σωθούν.

Μην με λυπάστε αν ήμουνα κακός

και μην ξοδέψετε κεριά και λάδι στα καντήλια

και ούτε να προσεύχεστε για όσα έχω κάνει,

γιατί, ζωντανός το ήξερα πως μια μέρα θα πεθάνω

και λογαριασμό θα έδινα σαν πήγαινα κει πάνω.