Παπά - Κώστας | Του Εμ. Ι. Χανιώτη

> Απόψεις

Διάβασα στη «Φωνή της Πάρου», το χρονικό του κ. Μαούνη, το αναφερόμενο στον πατέρα Κωνστάντιο Χερουβείμ.


Ας μου επιτραπεί να προσθέσω και τη δική μου μαρτυρία για τον παπά-Κώστα, με τον οποίο η σχέση μου ήταν σχέση πατέρα και γιου. Διακόνησα δίπλα του ως ιεροψαλτεύων, εφημερίου όντος, στην Εκατονταπυλιανή, από το 1958 μέχρι το θάνατό του.

Σε πανηγύρι του Καμαριού, της Αγίας Ειρήνης, μετά τη λειτουργία και το καθιερωμένο κέρασμα γάλατος στην πλατεία, βρεθήκαμε παρέα φίλων με τον πατέρα Κωνστάντιο επικεφαλής, στο σπίτι του πανηγυριάρη, στην τράπεζα που παρέθεσε. Συνευωχούμενοι: Πανηγυριάρης, ο Δημήτρης Παντελαίος, ιεροράπτης. Ναι. Ο Δημήτρης Παντελαίος, ο ήρωας της εθνικής μας αντίστασης. Αυτός που θυσίασε κομμάτι του δημιουργικού χρόνου της ζωής του, έγκλειστος στα κολαστήρια των στρατοπέδων του ναζισμού. Επέστρεψε όμως μετά το τέλος του πολέμου. Προφανώς με τη βοήθεια της Αγίας Ειρήνης στην οποία θα προσευχόταν. 

Σ’ αυτήν την ανάμνηση και την ευχή για την ειρήνη του κόσμου πανηγύριζε, με τη βοήθεια της άλλης ηρωίδας, του βράχου, της συζύγου του, που στάθηκε ακλόνητη στη ζωή τους.

Ο Δημήτρης, παιδί όπως είχε μείνει, πείραζε τους ομοτράπεζους φίλους του προσπαθώντας να τους αποδείξει ότι καταγόταν από το Καμάρι. Ένας από την παρέα ανέφερε τον παπά-Κώστα. Ο πατήρ Κωνστάντιος, κάνοντας με το χέρι του μια φιγούρα που τον διέκρινε πάντα, απάντησε: «Παρντόν. Ναι, είμαι Κωστιανός αλλά δεν γεννήθηκα στον Κώστο. Γεννήθηκα στις Λεύκες», προσδιορίζοντας ακριβώς την περιοχή. Είναι σε χώρο των Λευκών που εμείς οι Λευκιανοί ονομάζουμε «Περιστεριώνας του αυγού, εκεί περίπου που σήμερα βρίσκεται η δεξαμενή του χωριού. Δυστυχώς, με την οικοδομική ανάπτυξη που έχει λάβει ο χώρος, είναι δύσκολος ο ακριβής προσδιορισμός. Για την ακρίβεια της δήλωσης αυτής του παπά-Κώστα, υπάρχουν και σήμερα ευάριθμοι μάρτυρες.

Σε άλλο σημείο του σημειώματός του, ο κ. Μαούνης, αναφέρεται και στη φωνή του παπά-Κώστα. Τι φωνή! Ως μουσικός μπορώ να βεβαιώσω ότι αν ο παπά-Κώστας διάλεγε αντί της ιερωσύνης το τραγούδι, θα διέπρεπε μεταξύ των κορυφαίων τραγουδιστών της εποχής. Δεν είναι, σας βεβαιώ, υπερβολή. Δεν ήταν μόνο η στεντόρεια φωνή του –το Ευαγγέλιο της Ανάστασης από την πλατεία της Εκατονταπυλιανής ακουγόταν στον Κάτω Γιαλό– αλλά και η γλυκύτητα, η ιδιαίτερη χροιά της, το στιλ του ψαλσίματος. Ήταν φωνή μπάσου τραγουδιστή. Μπάσου καντάμπιλε, που λένε οι μουσικοί. 

Για να γίνει κατανοητό αυτό το εξαίσιο κελάηδημα του παπά-Κώστα, θα πρέπει να αναφερθούμε στη σπουδή των μελλόντων τραγουδιστών στα ωδεία. Δαπανούν όχι χρόνο, αλλά χρόνια, για να μάθουν να τραγουδούν. Ο Θεός τον είχε προικίσει πλουσιοπάροχα μ’ αυτή την παστόζα φωνή. 

Κλείνοντας, να συμπληρώσω και για τον άνθρωπο Κωνσταντίνο Χερουβείμ. Όχι μόνο αντιστάθηκε στους κατακτητές από οποιοδήποτε μετερίζι, αλλά και ετάισε τον όποιο συνάνθρωπό του είχε ανάγκη από φαγητό. Ως αυτόπτης μάρτυς, μπορώ να αναφέρω ότι στο σπιτικό του, είτε σε γεύμα, είτε σε δείπνο, δεν κάθισε ποτέ μόνος στο τραπέζι με την οικογένειά του. Κάποιος προσκεκλημένος ή επισκέπτης θα τον συντρόφευε. Αυτό συνέχισε και μετά τον θάνατό του και το alter ego του, ο γιος του, ο πρωτοπρεσβύτερος και γενικός αρχιερατικός επίτροπος Πάρου, παπά-Πέτρος Χερουβείμ.

Μανώλης Ι. Χανιώτης