16
Κυρ, Δεκ

Αφανείς ήρωες της καθημερινής ζωής | (Μέρος 2ο)

> Απόψεις

Πριν προχωρήσω στις πολυμελείς οικογένειες, θεωρώ επιβεβλημένο να αναφέρω λίγα λόγια για τον μακαρίτη Λυκούργο Χανιώτη, σαν μνημόσυνο στη συμπλήρωση οκτώ χρόνων, από το θάνατό του εξαίρετου αυτού Λευκιανού και φίλου:


 

«Ο Λυκούργος, που υπήρξε κι εκείνος ένας γενναίος αφανής αγωνιστής της καθημερινής ζωής, γεννήθηκε στις Λεύκες το 1929 και πέθανε το 2010. Ήταν το έκτο από τα έντεκα (!) παιδιά πολυμελούς οικογένειας.

Έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια, όπως όλα τα παιδιά της εποχής εκείνης. Ο πατέρας του, ο μπαρμπα-Αντώνης ο φούρναρης, παρόλο που μετήρχετο και άλλα επαγγέλματα  (χτίστης, γεωργός κ.ά.), μετά δυσκολίας κατόρθωνε να ανταπεξέλθει στις οικονομικές υποχρεώσεις συντήρησης της οικογένειάς του. Αποτέλεσμα ήταν ο Λυκούργος, αν και ήταν άριστος μαθητής, να αναγκαστεί να διακόψει στην Ε’ τάξη, το δημοτικό σχολείο (σ’ αυτό συνετέλεσε και η κήρυξη το 1940 του ελληοϊταλικού πολέμου), για να συνδράμει στην οικονομική ενίσχυση της οικογένειάς του, βοηθώντας τον πατέρα του στις αγροτικές και οικοδομικές εργασίες. Και δεν εγκατέλειψε, παρά τη σωματική του κόπωση και την έλλειψη χρόνου, τα γράμματα. Διάβαζε όποιο βιβλίο έπεφτε στα χέρια του και ιδιαίτερα εκείνα που είχαν ιστορικό περιεχόμενο.


 

Το πάθος του για μάθηση ήταν ασυγκράτητο. Σκοπός και όνειρό του ήταν να μάθει γράμματα, κι ας μην μπορούσε να παρακολουθήσει μαθήματα σε σχολείο, έχοντας πολύτιμο βοηθό την οξύνοια που τον διέκρινε. Και πήρε, καθυστερημένα βέβαια, το απολυτήριο του δημοτικού σχολείου. Τότε χτυπήθηκε σκληρά από τη μοίρα. Αρρώστησε βαριά κι έμεινε κλινήρης για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η ασθένεια, που σημάδεψε όλη του τη ζωή, και ίσως να ήταν μια από τις αιτίες που δεν του επέτρεψαν να δημιουργήσει δική του οικογένεια, τον κατέβαλε. Δεν απογοητεύτηκε όμως και δεν εγκατέλειψε το διάβασμα, το οποίο με υπομονή και επιμονή συνέχισε.


 

Όταν συνήλθε, άρχισε δειλά-δειλά να εργάζεται πάλι κοντά στον πατέρα του, μέχρι που το 1965 διορίστηκε γραμματέας στην κοινότητα Λευκών, αναλαμβάνοντας συγχρόνως και τα καθήκοντα του ληξιάρχου. Είχε πια αποκτήσει αρκετή γνώση της ελληνικής γλώσσας (γραμματική, ορθογραφία και συντακτικό), και ήταν ικανός να γράφει με τέτοια άνεση, που τα κείμενά του νομίζει όποιος τα διαβάζει ότι τα έχει γράψει απόφοιτος γυμνασίου.


 

Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1972, οπότε αναχώρησε για την Αθήνα (Μαρούσι), όπου εργάστηκε για λίγο στην οικοδομή, και μετά προσελήφθη ως υπάλληλος στον δήμο Αμαρουσίου, χωρίς ποτέ να ξεχάσει τις αγαπημένες του Λεύκες, τις οποίες είχε πάντα στην καρδιά του. Η ισχυρή μνήμη του σε συνδυασμό με την υπηρεσία του ως γραμματέας στην κοινότητα, τον βοήθησαν να μάθει και να θυμάται όλες τις λευκιανές οικογένειες και όλους τους κατοίκους του χωριού».

«Για μένα ήταν πολύτιμος φίλος, γιατί όχι μόνο μου πρόσφερε οικειοθελώς και πρόθυμα σημαντική βοήθεια στην αναδίφηση του αρχείου της κοινότητας, αλλά και γιατί πάντα, μέχρι το τέλος της ζωής του, μου έστελνε κατά καιρούς διάφορα σημειώματα σχετικά με την ιστορία των Λευκών -και όχι μόνο- μου έλυνε όποιες απορίες είχα σχετικά με το χωριό και τους κατοίκους του, και μου έδινε χρήσιμες πληροφορίες σε ό,τι τον ρωτούσα».


 

Το πρώτο σημείωμα που μου έστειλε ο Λυκούργος σχετικά με τις πολυμελείς οικογένειες των Λευκών, έχει ημερομηνία 30/12/2001, και αφορά σε μια πολυμελή και συνεπώς και πολύτεκνη οικογένεια, και είναι το παρακάτω:

«Εμμανουήλ Περούλη Χανιώτης με σύζυγο Αντωνία Γεωργ. Γαβαλά, απέκτησαν τα κάτωθι τέκνα:

1) Ιάκωβος έτος γεν. 1927

2) Ειρήνη έτος γεν. 1928

3) Φιλίππα έτος γεν. 1929

4) Άννα έτος γεν. 1931

5) Θήλυ νεκρογέννητο 1932

6) Γεώργιος έτος γεν. 1933

7) Δημήτριος έτος γεν. 1935

8) Σταματίνα έτος γεν. 1937

9) Βιολέτα έτος γεν. 1940

10) Αποβολή 1942

11) Παρασκευή έτος γεν. 1943  

12) Κλεονίκη έτος γεν. 1945

Γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην εξοχική θέση «Μάλτες» της Πάρου με μόνη συντροφιά και βοήθεια τον αέρα και τον ήλιο, σήμερα δε όλα εν ζωή, εκτός από τα νούμερα 5 και 10. Μαρούσι 30/12/2001».

(Σημ. Ο Εμμανουήλ Χανιώτης ήταν γεωργός. Το τελευταίο του παιδί η Κλεονίκη, είναι σήμερα ηγουμένη στο Μοναστήρι των Αγίων Θεοδώρων της Πάρου, με το όνομα Νυμφοδώρα).


 

Στην παραπάνω οικογένεια παρατηρούμε ότι παρόλο που ζούσε στην ερημιά, «με μόνη συντροφιά και βοήθεια τον αέρα και τον ήλιο», όπως εύστοχα -και κυριολεκτικά- σημειώνει ο Λυκούργος, χωρίς τα απαραίτητα για την επιβίωσή της εφόδια, αποκτούσε για δεκαεννιά χρόνια (1927-1945), από ένα παιδί σχεδόν κάθε χρόνο! Και όμως, με ακατάβλητη σωματική και ψυχική δύναμη, με ασυνήθιστο θάρρος, μεγάλη τόλμη, απεριόριστη πίστη στο Θεό και σκληρή εργασία, κατόρθωσε η φτωχή, αφανής και άγνωστη αυτή οικογένεια παλεύοντας ηρωικά, όχι μόνο να σταθεί στα πόδια της και να επιβιώσει, αλλά να κερδίσει τον σεβασμό και την αγάπη της κοινωνίας και να αναδείξει εκλεκτά μέλη της. (Συνεχίζεται…).


 

Ευάγγελος Νικ. Καστανιάς