17
Δευ, Δεκ

Ιεροψαλτηρίου ανάλεκτα | Του Μανώλη Ι. Χανιώτη

> Απόψεις

«Σας παρακαλώ, μπορώ να μιλήσω με τον ΠΑΤΕΡ παπα-Nικόλα;». Τα λόγια αυτά απευθύνθηκαν προς τον γράφοντα, στη βόρεια πύλη του Ιερού Βήματος ναού της Αθήνας, μετά το τέλος κάποιας ακολουθίας, από νεαρό, ευσεβή ενορίτη και φοιτητή!

Αναλογίστηκα: «Ποίον σε έπος φύγεν έρκος οδόντων νεανία;». Ήταν η πολλοστή φορά που άκουγα την αδόκιμη πτώση της λέξεως «πατήρ». Ο πάτερ, του πάτερ, τον πάτερ… Χωρίς να φτάσουμε στην Ιαπετική γλώσσα που χαρακτηρίζεται από γενική ακλισία, δεν μπορούμε παρά να τη δεχτούμε, κακώς βέβαια, ως άκλιτη λέξη -στη γραμματική της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και στα ανώμαλα τριτόκλιτα ονόματα υπάρχει η άκλιτη λέξη «χρεών»- ή ως απόλυτη πτώση. 

Όμως απ’ ό,τι γράφουν η γραμματική και το συντακτικό της αρχαίας ελληνικής, απόλυτες πτώσεις έχουν η ονομαστική, γενική, δοτική, αιτιατική, όχι όμως και η κλητική. Τα βιβλία της εκκλησίας, που χρησιμοποιούμε οι ιεροψάλτες, βρίθουν από απόλυτες ονομαστικές πτώσεις (αντί για κλητικές): «Ο Θεός, ο Θεός μου προς σε ορθρίζω...», «Ανακάλεσέ με Σωτήρ...»,  «Ελέησόν με ο Θεός…».

Το «Πάτερ» είναι σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στα εκκλησιαστικά μαργαριτάρια που ακούμε κάθε μέρα –έχω γράψει σχετικό σημείωμα- που δημοσίευσαν «Τα Παριανά». Να μου επιτραπεί να συμπληρώσω και δύο ακόμη ανεπανάληπτου κάλλους. Εκκλησιαστικός επίτροπος προς αιτούντα νεωκόρο: «Άσε τις μεσιψειρίες τώρα…». Προφανώς ο επίτροπος κάπου θα είχε ακούσει τη λέξη «μεμψιμοιρία». Άλλος πάλι από άμβωνος διεκήρυττε την «πεπώρωση» της συνειδήσεως.

Τα πιο πάνω μπορούν να χαρακτηριστούν ως «πτερόεντα έπη», αφού τα επίσημα εκκλησιαστικά βιβλία που χρησιμοποιούμε οι ιεροψάλτες στη διακονία μας είναι μεστά «ημαρτημένων» που έχουν πολιτογραφηθεί ως ακριβή. Πόσες φορές οι ψάλτες δεν έχουμε απαγγείλει: ...και πνεύμα ΕΥΘΕΣ εγκαίνισον... Το επίθετο «ευθύς» απ' ό,τι λέει η γραμματική είναι τριγενές και τρικατάληκτο: Ο ευθύς, η ευθεία, το ευθύ. 

Μπορούμε άραγε να σκεφτούμε τα επίθετα «βαρύς» και «ευρύς» στο ουδέτερό τους ως «βαρές» και «ευρές;». Επίσης, στο αναστάσιμο απολυτίκιο του βαρέως ήχου αναγράφεται: «ηνέωξας» αντί «ανέωξας», αφού κατά τον Μπαμπινιώτη (2002) η λέξη «ανοίγω» είναι σύνθετη από την πρόθεση «ανά» και το ρήμα «οίγω». Η πρόθεση βέβαια δεν παίρνει ούτε αύξηση ούτε αναδιπλασιασμό. Επίσης, στο στιχηρό των «Αποστίχων» του εσπερινού της εορτής της Μεταμορφώσεως αναγράφεται: «(…) την ΕΝΔΟΞΟΝ διά Σταυρού και τριήμερον ανάστασιν...», αντί του «(…) την ΕΞΟΔΟΝ...» (θάνατον, εξόδιος ύμνος). Δυνατόν είναι ν’ αναφερθούν και πλήθος άλλων «ημαρτημένων» στα εκκλησιαστικά βιβλία, που προφανώς οφείλονται στην απροσεξία ή την άγνοια των αντιγραφέων - μοναχών κατά κανόνα. Ο Γουτεμβέργιος εμφανίζεται στα μέσα του 15ου αιώνα.

Ευχής έργον θα ήταν η επίσημη εκκλησία να μεριμνήσει για τη θεραπεία αυτής της κατάστασης. Η «Αποστολική Διακονία» σε εκδόσεις της έχει ήδη διορθώσει αρκετά από τα υπάρχοντα «ημαρτημένα».

Μανώλης Ι. Χανιώτης