Οι κουρτίνες του χωριού

> Απόψεις

Καλοκαιριάτικο μεσημέρι και οι κουρτίνες ανέμιζαν στις πόρτες του χωριού. Η κάθε μία έδειχνε τη δεξιότητα και τα γούστα της κάθε νοικοκυράς.

Πολλές φορές σταματούσες και με το ’να χέρι την άνοιγες -λίγο-όχι πολύ- όσο χρειαζόταν για να χαιρετίσεις:  «εεε κυρά Μαριώ, τι πολεμάς;» «καλή όρεξη» -«κόπιασε, κόπιασε»...και η καθαριότητα και το άρωμα του φαγητού έμεναν σαν στάμπα στη θύμησή σου.

Συνέχιζες την πορεία γύρω στο ήσυχο χωριό και πίσω από κάποιες κουρτίνες άκουγες τα κουταλοπήρουνα στα πιάτα και μοσχοβολούσε η καλοκαιρινή ντομάτα με το λάδι της σαλάτας. Πιο κάτω, κάποια έβγαινε με ένα πιάτο, να δώσει μια «μυρωδιά» στη γειτόνισσα, χόρτα τσιμπιτά ή ο,τι άλλο είχε ετοιμάσει για το αρχοντικό της.

…Ώρα Ελλάδος δεκατρείς...και τραγούδια του Καλατζή και άλλων ακούγονταν από το ραδιόφωνο. Που και που συναντούσες και κάνα ψαρά που καθυστερημένα ανέβαινε με την κακαβιά του στην σακούλα ή κάνα μπάρμπα που γυρνούσε σκυφτός από το περιβόλι με όλα τα καλά του Θεού στα κοφίνια του.

Κάποιες τηγάνιζαν έξω κάτω από τις σκάλες για να μη μυρίσει το σπίτι, και άλλες έψηναν σαργούς ή σαβρίδια στα φουγουδάκια -και η μυρωδιά ενοχλούσε την γειτόνισσα πιο κάτω που την «άκουγε»-. Στο φούρνο έβλεπες ταψιά με διάφορα καλά, μπριάμι, χταποδοπίλαφο ή κάνα κοτόπουλο... και πιο πάνω προς την Παναγία σε κάποια σπίτια είχαν ήδη φάει και «πέσει» -αφού έτσι είχε μάθει στην Αμερική ο αφέντης- στις 12 να τρώνε.

Και ο αέρας δροσερός-δροσερός απαλά φυσούσε από τον Αϊ Δημήτρη και το ζουριό και δεν άφηνε την μεσημεριανή ζέστη να θερίσει, παρά δρόσιζε την ψυχή σου… και ήταν όλα ένα αλησμόνητο μπουκέτο από ήχους, μυρωδιές και σιγανές γλυκές κουβέντες πίσω από τις κουρτίνες που ανέμιζαν στις ανοιχτές πόρτες της Νάουσας.

Νικόλαος Μ. Γαβαλάς

Νάουσα