Σε μία ακόμη σημαντική απόφαση προχώρησε το ΣτΕ (Συμβούλιο της Επικρατείας), καθώς μετά την πρόσφατη που έκρινε αντισυνταγματικές τις διατάξεις με τις οποίες μεταφέρθηκαν αρμοδιότητες των δημοτικών συμβουλίων προς τις Οικονομικές Επιτροπές και τις Επιτροπές Ποιότητας Ζωής των δήμων, αυτή τη φορά έκρινε άκυρη την ΚΥΑ (Κοινή Υπουργική Απόφαση) του 2017 για την τιμολόγησή του νερού.

Ουσιαστικά, το Ανώτατο Δικαστήριο με μια ακόμα απόφασή του ξεκαθαρίζει τους όρους χρήσης των υδάτων, επιβεβαιώνοντας αφενός την ανάγκη προστασίας του, ενώ αφετέρου αναγνωρίζει την υποχρέωση των κυβερνήσεων να διαχειρίζονται το νερό ως κοινωφελές αγαθό και όχι ως εμπορικό προϊόν.

Μάλιστα, είχαν προηγηθεί τρεις αποφάσεις του ΣτΕ που επικύρωσαν πανηγυρικά τον δημόσιο χαρακτήρα της ΕΥΔΑΠ, με την τελευταία τον Οκτώβριο του 2022, όπου ακύρωσε τον διαγωνισμό που παραχωρεί σε ιδιώτες το δίκτυο υδροδότησης της Αττικής.

Με την πρόσφατη απόφασή του, το ΣτΕ θέτει το πλαίσιο ορθής εφαρμογής της ευρωπαϊκής οδηγίας 2000/60 για την προστασία των υδάτων. Δηλαδή, ότι «το ύδωρ δεν είναι εμπορικό προϊόν» και σημειώνει, ότι «από τις διατάξεις της οδηγίας και το σκοπό της, συνιστάμενο στη διασφάλιση της ποιότητας του ύδατος και στη διαχείριση αυτού όχι ως εμπορικού προϊόντος, αλλά ως κοινωφελούς αγαθού, προκύπτει ότι η εθνική πολιτική παροχής υπηρεσιών ύδρευσης, συμπεριλαμβανομένης και της τιμολόγησης αυτών, σχεδιάζεται από τα κράτη μέλη ως πολιτική παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, με κριτήριο την επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων της εν λόγω οδηγίας, ανά λεκάνης απορροής υδάτων, για την προστασία των εσωτερικών, επιφανειακών και υπόγειων υδάτων συνεκτιμώντας κοινωνικές και οικονομικές επιπτώσεις».

Υπό αυτό το πρίσμα, το ΣτΕ ακυρώνει την ΚΥΑ τιμολόγησης ως αντίθετη στην ανωτέρω οδηγία και στην εφαρμοστική αυτής εθνική νομοθεσία, διότι:

1) Δεν θεσπίζονται συγκεκριμένοι κανόνες ώστε να διασφαλίζεται ότι οι πάροχοι των υπηρεσιών ύδατος προσαρμόζουν την τιμολογιακή τους πολιτική στα δεδομένα που προκύπτουν από τα εγκεκριμένα σχέδια διαχείρισης της κάθε λεκάνης απορροής ποταμών (πέραν των ειδικών ρυθμίσεων για το περιβαλλοντικό κόστος και το κόστος πόρου).

2) Δεν προβλέπεται ότι κατά την έγκριση των τιμολογίων των παρόχων από τις αρμόδιες αρχές, ελέγχεται η τήρηση των κατευθύνσεων που τίθενται στα σχέδια διαχείρισης, ώστε να εξασφαλίζεται ότι η τιμολογιακή πολιτική διαμορφώνεται κατά τρόπο σύμφωνο προς την οδηγία, κατ’ εκτίμηση των κοινωνικών, περιβαλλοντικών και οικονομικών αποτελεσμάτων της ανάκτησης κόστους και της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει».

3) Δεν προσδιορίζονται συγκεκριμένοι παράμετροι, κατ’ εκτίμηση των οποίων πρέπει να καθορίζεται το επίπεδο ανάκτησης του κόστους των υπηρεσιών ύδατος στις διάφορες χρήσεις.