Αυτό που διαπιστώνει κανείς στον πρώτο βαθμό της τοπικής αυτοδιοίκησης, σύμφωνα με τα τελευταία νομοσχέδια, είναι η συγκεντρωτική εξουσία του εκάστοτε δημάρχου που αγγίζει τα όρια της απολυταρχικής.

Αυτός ορίζει και «διορίζει» τους πάντες, από τους αντιδημάρχους, τον πρόεδρο του δημοτικού συμβούλιου, τους προέδρους των νομικών προσώπων, και ο ίδιος επιλέγει τους συμβούλους του και τον γενικό γραμματέα του δήμου.

Αυτός ορίζει τους πέντε από τους επτά συμμετέχοντες στην οικονομική επιτροπή που ουσιαστικά διοικεί και αποφασίζει για όλα τα σημαντικά θέματα. Υπάρχει η ευχέρεια να παραπέμπονται (όλα αυτά τα σημαντικά θέματα) στο δημοτικό συμβούλιο, αλλά για να συμβεί αυτό πρέπει οι «εξουσιάζοντες» να έχουν δημοκρατικές ευαισθησίες.

Φτάνουμε έτσι στο σημείο να αναρωτιόμαστε σε τι διαφέρει η σημερινή πραγματικότητα από την «ενός ανδρός αρχή»;

Έτσι «γεννιούνται» αισθήματα αλαζονείας και απληστίας που αλλοτριώνουν τις δημοτικές πλειοψηφίες και ο σκοπός της εκλογής ή της επανεκλογής, αυτό που λέει ο λαός «γάντζωμα στην εξουσία», γίνεται έμμονη ιδέα. Τι επιπτώσεις έχουν όμως όλα αυτά και σε τι «ενέργειες», σε τι δηλαδή αλισβερίσι, οδηγούν οι ανωτέρω καταστάσεις;

Στην προσπάθεια της επανεκλογής ή ακόμη και της πρώτης εκλογής παρόμοιων χαρακτηριστικών συνδυασμών, η ανταλλαγή της ψήφου με κάποια εξυπηρέτηση (ρουσφέτι κατά το κοινώς λεγόμενο) είναι εκ των ουκ άνευ, είναι δηλαδή «στοιχείο» απολύτως απαραίτητο.

Άλλο ένα αρνητικό στοιχείο είναι το «προεκλογικό ψεύδος», πράγματα που εντυπωσιάζουν τον δημότη αλλά που γνωρίζουν οι υποψήφιοι ότι δεν θα πραγματοποιηθούν, τουλάχιστον στον χρονικό ορίζοντα που υπόσχονται, αλλά πολλές φορές και ποτέ. Επιβιώνουν με αυτό τον τρόπο δημοτικές αρχές ή εναλλάσσονται στην εξουσία με άλλες και ο πολίτης βρίσκεται στην γωνία μετεκλογικά. Όμως και κείνος έχει τις ευθύνες του, διότι «νομιμοποιεί» δια της ψήφου του την επιδεξιότητα των «μαστόρων» του παιχνιδιού των (φανερών) επικοινωνιακών εντυπώσεων και του (παρασκηνιακού) παιχνιδιού των «ταξιμάτων».

Άρα πρέπει ο καθένας μας να διαμορφώσει διαφορετικό «τρόπο του νοείν» και να μην πέφτει στην παγίδα της «εικόνας», του εντυπωσιασμού, των ψευδαισθήσεων και των υποσχέσεων.

Αθανάσιος Μαρινόπουλος