Η νέα στρατιωτική επέμβαση των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ στο Ιράν παρουσιάζεται για ακόμη μία φορά με τον μανδύα της «ειρήνης», της «ασφάλειας» και των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων».
Πίσω όμως από τις επίσημες διακηρύξεις και τα διπλωματικά προσχήματα, διακρίνεται καθαρά η πραγματικότητα του σκληρού γεωπολιτικού ανταγωνισμού: ο αγώνας για τον έλεγχο των δρόμων Ενέργειας, των αγορών και των σφαιρών επιρροής.
Το Ιράν δεν αποτελεί μια περιφερειακή λεπτομέρεια στον παγκόσμιο χάρτη. Με πληθυσμό περίπου 85 εκατομμυρίων και τεράστια γεωγραφική έκταση, βρίσκεται σε κομβικό σταυροδρόμι που συνδέει τη Μέση Ανατολή με την Κεντρική Ασία, τον Καύκασο και την ινδική υποήπειρο. Ελέγχει τη βόρεια πλευρά των Στενών του Ορμούζ, ενός από τα πιο σημαντικά θαλάσσια περάσματα παγκοσμίως, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου πετρελαίου. Μόνο αυτό το στοιχείο αρκεί για να κατανοήσει κανείς τη στρατηγική του σημασία.
Πέρα από τη γεωγραφική του θέση, το Ιράν διαθέτει από τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου στον κόσμο. Παράλληλα, κατέχει σημαντικά κοιτάσματα ορυκτών πρώτων υλών, όπως γραφίτη και λίθιο, που είναι απαραίτητα για τις σύγχρονες τεχνολογίες και την ενεργειακή μετάβαση. Σε μια περίοδο όπου η παγκόσμια οικονομία αναδιατάσσεται και η ενεργειακή ασφάλεια αποτελεί κεντρικό ζήτημα, ο έλεγχος τέτοιων πόρων μετατρέπεται σε πεδίο οξύτατης αντιπαράθεσης.
Το Ιράν συμμετέχει επίσης σε μεγάλα διακρατικά σχέδια μεταφορών και εμπορίου, όπως ο Διεθνής Διάδρομος Μεταφορών Βορρά – Νότου, που συνδέει τη Ρωσία με την Ινδία μέσω ιρανικού εδάφους. Την ίδια στιγμή,
ανταγωνίζεται τον Οικονομικό Διάδρομο Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης, που στηρίζεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και ευρωπαϊκές χώρες. Οι διάδρομοι αυτοί δεν είναι απλώς εμπορικές οδοί· είναι εργαλεία επιρροής και ισχύος στο νέο διεθνές περιβάλλον.
Τα τελευταία χρόνια, το Ιράν έχει ενισχύσει τις στρατηγικές του σχέσεις με την Κίνα και τη Ρωσία, εντασσόμενο σε ευρύτερους οργανισμούς και σχήματα συνεργασίας που επιδιώκουν έναν «πολυπολικό κόσμο», δηλαδή έναν κόσμο όπου η αμερικανική κυριαρχία θα αμφισβητείται. Οι συμφωνίες αυτές περιλαμβάνουν οικονομική, ενεργειακή και στρατιωτική συνεργασία, γεγονός που εντείνει ακόμη περισσότερο τις
ανησυχίες και τις αντιδράσεις του ευρωατλαντικού μπλοκ.
Μέσα σε αυτό το σύνθετο πλέγμα ανταγωνισμών, η επίθεση κατά του Ιράν δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως μεμονωμένο γεγονός ή ως πράξη «ανθρωπιστικής» παρέμβασης. Εντάσσεται σε μια συνολική στρατηγική
ανακατανομής ισχύος σε μια εποχή μετάβασης, όπου παλαιές και ανερχόμενες δυνάμεις συγκρούονται για τον έλεγχο των πλουτοπαραγωγικών πηγών και των εμπορικών ροών.
Οι λαοί, ωστόσο, δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν από αυτή τη σύγκρουση. Σε κάθε ιμπεριαλιστική αντιπαράθεση, το τίμημα το πληρώνουν οι κοινωνίες: με ανθρώπινες απώλειες, προσφυγιά, οικονομική αστάθεια και βαθύτερη ανασφάλεια. Ο πόλεμος αυτός δεν διεξάγεται για την ελευθερία ούτε για τα δικαιώματα. Διεξάγεται για συμφέροντα, γεωπολιτική επιρροή και κέρδη.
Η αναγνώριση αυτής της πραγματικότητας αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για μια νηφάλια και ουσιαστική συζήτηση. Γιατί όσο οι ισχυροί αναμετρώνται για την πρωτοκαθεδρία στο διεθνές σύστημα, οι λαοί οφείλουν να βλέπουν καθαρά ποιοι ωφελούνται και ποιοι πληρώνουν το κόστος.


















