Της Άννας Στεργίου
Αύξηση του κατώτατου μισθού από το 2022 αναμένεται να εισηγηθούν σήμερα Πέμπτη 26/3/26 κατά τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου η υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Νίκη Κεραμέως και ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης. Η αύξηση, σύμφωνα με πληροφορίες, αναμένεται να είναι κοντά στα 40 ευρώ στις μεικτές απολαβές, αλλά δεν έχει οριστικοποιηθεί ακόμη, με ποιόν τρόπο θα περάσει στον μισθό. Η Ελλάδα έχει από τις χαμηλότερες μισθολογικές απολαβές στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτό βέβαια μπορεί να διευκολύνει αλλά δεν σώζει την κατάσταση για τους μισθωτούς, αφού ήδη και μόνο από τη γεωπολιτική αστάθεια έχει ανέβει τις τελευταίες μέρες το κόστος ζωής. Η αγοραστική αξία των μισθών είναι πολύ χαμηλή, δεδομένου ότι έχουν ανέβει το κόστος ρεύματος, καυσίμων, το κόστος ενοικίου κ.ά., γεγονός που αποτυπώνεται και στις μελέτες για το εμπόριο και την υποκατανάλωση.
Η νέα αύξηση, σύμφωνα με το ΑΠΕ – ΜΠΕ, αναμένεται να εφαρμοστεί από την 1η Απριλίου 2026. Διαμορφώθηκε λαμβάνοντας υπόψη τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας και των επιχειρήσεων όλων των βαθμίδων, ενώ στόχος παραμένει ο βασικός μισθός να ανέλθει στα 950 ευρώ το 2027. Ωστόσο, εξετάζονται διάφορα σενάρια για το πως θα γίνει και τι θα γίνει με τις τριετίες. Σύμφωνα με την εκπομπή «Συνδέσεις» από τη ρύθμιση επηρεάζονται 600.000 υπάλληλοι και αναμένεται αύξηση περίπου 40 ευρώ τον μήνα στις μεικτές απολαβές.
Η ελάχιστη αμοιβή έχει αυξηθεί σταδιακά από τα 650 ευρώ που ήταν το 2019, στα 880 ευρώ, δηλαδή κατά 35,4% αλλά η αγοραστική δύναμη παραμένει σε χαμηλά επίπεδα, εξαιτίας της σημαντικής αύξησης προϊόντων και υπηρεσιών στην αγορά. Οι αυξήσεις του βασικού μισθού δεν έχουν επηρεάσει την πτωτική πορεία της ανεργίας, η οποία τον Ιανουάριο διαμορφώθηκε στο 7,7%, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ.
Σύμφωνα με τη νεότερη ετήσια έκθεση του συστήματος «ΕΡΓΑΝΗ», μεταξύ 2019 και 2025 έχουν δημιουργηθεί περισσότερες από 563.000 θέσεις εργασίας στον ιδιωτικό τομέα. Ωστόσο οι μισθοί απέχουν πολύ από το 2009 ενώ ουκ ολίγες θέσεις εργασίας αφορούν μερική απασχόληση. Με βάση την ΕΛΣΤΑΤ οι απασχολούμενοι τον Ιανουάριο ξεπέρασαν τα 4,4 εκατομμύρια πολίτες.
Πρόσφατα στοιχεία από το ΚΕΠΕ δείχνουν πως σύμφωνα με την έρευνα EU-SILC και τον δείκτη AROPE1, ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού στον γενικό πληθυσμό στην Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 26,9%, κατατάσσοντας τη χώρα στην 3η θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά τη Βουλγαρία (30,3%) και τη Ρουμανία (27,9%). Ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώθηκε στο 21%.
Ως προς τον παιδικό πληθυσμό, και ειδικότερα για άτομα ηλικίας κάτω των 18 ετών, ο ίδιος δείκτης δείχνει ότι το 2024 ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού στην Ελλάδα παρουσίασε μικρή μείωση σε σχέση με το 2023, διαμορφούμενος στο 27,9%, έναντι 28,1% το προηγούμενο έτος. Παρά τη μεταβολή αυτή, η Ελλάδα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση καταλαμβάνοντας την 4η θέση μετά τη Βουλγαρία (35,1%), την Ισπανία (34,6%) και τη Ρουμανία (33,8%), ενώ ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος ανέρχεται στο 24,2%.


















