Η πρόσφατη ανακοίνωση της κυβέρνησης για αύξηση του κατώτατου μισθού παρουσιάστηκε ως μια θετική εξέλιξη για τους εργαζόμενους.
Στην πράξη, όμως, αποδεικνύεται πως πρόκειται περισσότερο για μια επικοινωνιακή κίνηση παρά για ουσιαστική ενίσχυση του λαϊκού εισοδήματος. Η αύξηση των περίπου 27 ευρώ καθαρά τον μήνα -λιγότερο από 1 ευρώ την ημέρα- δεν μπορεί να καλύψει ούτε κατ’ ελάχιστο τις εκρηκτικές αυξήσεις στο κόστος ζωής.
Η καθημερινότητα της Ελληνικής οικογένειας αποτυπώνει την πραγματική διάσταση του προβλήματος. Με τα ενοίκια να αγγίζουν ή και να ξεπερνούν τα 600–700 ευρώ και τα βασικά έξοδα διατροφής, ενέργειας και μετακίνησης να ξεπερνούν τα 400 ευρώ μηνιαίως, ο κατώτατος μισθός των 771 ευρώ αποδεικνύεται ανεπαρκής για την κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών. Πρόκειται για μια κατάσταση που δεν είναι συγκυριακή, αλλά αποτέλεσμα μιας πολιτικής που υπηρετεί την κερδοφορία των λίγων.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο δύσκολη στη νησιωτική Ελλάδα και ιδιαίτερα στις Κυκλάδες. Οι τιμές διαμορφώνονται με βάση τον τουρισμό και όχι τις ανάγκες των κατοίκων. Τα ενοίκια και το κόστος ζωής εκτοξεύονται, ενώ η εργασία είναι κυρίως εποχική, διάρκειας 4 έως 6 μηνών, με εξαντλητικά ωράρια και εργασία 7 ημέρες την εβδομάδα.
Σε πολλές περιπτώσεις, κυριαρχεί η ανασφάλιστη εργασία, οι προφορικές συμφωνίες και η αβεβαιότητα για την πληρωμή. Οι αμοιβές συχνά καταβάλλονται στο τέλος της σεζόν, όταν και αν δοθούν, και εξαρτώνται από τον τζίρο της επιχείρησης. Πρόκειται για συνθήκες που αναπαράγουν την εκμετάλλευση και δεν επιτρέπουν αξιοπρεπή διαβίωση.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την κατάσταση παίζει και ο πληθωρισμός, ο οποίος διαβρώνει συνεχώς το ήδη περιορισμένο εισόδημα των εργαζομένων. Οι αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων, της ενέργειας και των βασικών αγαθών δεν είναι «παροδικές», αλλά συνδέονται με βαθύτερες επιλογές οικονομικής πολιτικής σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας, η εξάρτηση από διεθνείς αγορές και οι γεωπολιτικές συγκρούσεις μετακυλίουν το κόστος απευθείας στα λαϊκά νοικοκυριά.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η επιλογή της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη δημιουργία ενός τεράστιου πολεμικού ταμείου ύψους 800 δισ. ευρώ. Πρόκειται για μια στρατηγική επιλογή που κατευθύνει τεράστιους πόρους προς στρατιωτικές δαπάνες, την ίδια στιγμή που οι κοινωνικές ανάγκες μπαίνουν στο περιθώριο. Οι δαπάνες για υγεία, παιδεία και κοινωνική προστασία περιορίζονται, εντείνοντας την πίεση στα λαϊκά στρώματα και δημιουργώντας ασφυκτικές συνθήκες για την ελληνική οικογένεια.
Η πολιτική των «δημοσιονομικών περιορισμών» και της ανταγωνιστικότητας οδηγεί σε συγκράτηση των μισθών, ενώ ταυτόχρονα τα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων διατηρούνται ή αυξάνονται. Έτσι, η Ελλάδα συνεχίζει να καταγράφει από τις χαμηλότερες θέσεις στην αγοραστική δύναμη στην Ευρώπη.
Ο τρόπος καθορισμού του κατώτατου μισθού ενισχύει αυτή την κατάσταση, καθώς γίνεται με κυβερνητικές αποφάσεις και όχι μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων. Παράλληλα, η αποδυνάμωση των συλλογικών συμβάσεων ενισχύει τη θέση των εργοδοτών και παγιώνει ένα μοντέλο φθηνής και ευέλικτης εργασίας.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η ανάγκη για ουσιαστικές αυξήσεις, ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και προστασία της εργασίας είναι πιο επιτακτική από ποτέ. Η συζήτηση για τον κατώτατο μισθό δεν αφορά απλώς αριθμούς· είναι βαθιά ταξικό ζήτημα.
Αυτή η πολιτική δεν μπορεί να συνεχιστεί. Μπορεί και πρέπει να ανατραπεί μέσα από τους συλλογικούς αγώνες των εργαζομένων, τη διεκδίκηση δικαιωμάτων και την οργανωμένη πάλη για μια ζωή με αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη.



















