Τρία χρόνια από το έγκλημα των Τεμπών, η 28η Φλεβάρη δεν είναι απλώς μια ημερομηνία μνήμης. Είναι μια μέρα που φωτίζει τις πολιτικές αιτίες μιας τραγωδίας που, για χιλιάδες ανθρώπους, δεν ήταν «ατύχημα», αλλά έγκλημα και αποτέλεσμα συγκεκριμένης πολιτικής επιλογής. Μιας πολιτικής που έθεσε ως προτεραιότητα την απελευθέρωση της αγοράς, την ιδιωτικοποίηση και την κερδοφορία των ομίλων, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα την ασφάλεια και την προστασία της ανθρώπινης ζωής.
Η κατεύθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την «απελευθέρωση» των σιδηροδρόμων και τη λειτουργία τους με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια οδήγησε σε τεμαχισμό δικτύων, σε διαχωρισμό υποδομών και εκμετάλλευσης, σε λειτουργία με βάση το κόστος και την ανταγωνιστικότητα. Οι κυβερνήσεις που υλοποίησαν αυτές τις επιλογές μίλησαν για εκσυγχρονισμό και ανάπτυξη. Όμως το ερώτημα που τίθεται είναι σαφές: εκσυγχρονισμός για ποιον και με ποιο τίμημα;
Στα Τέμπη αποκαλύφθηκε με τον πιο τραγικό τρόπο τι σημαίνει όταν η ασφάλεια αντιμετωπίζεται ως «δαπάνη» που πρέπει να περιοριστεί. Η έλλειψη ολοκληρωμένων συστημάτων ελέγχου, η υποστελέχωση, η καθυστέρηση κρίσιμων έργων δεν ήταν φυσικά φαινόμενα. Ήταν συνέπειες πολιτικών επιλογών. Όταν η συντήρηση και τα μέτρα πρόληψης δεν αποφέρουν άμεσο κέρδος, τότε συχνά μετατίθενται. Και αυτή η μετάθεση μπορεί να κοστίσει ζωές.
Ανάλογες συζητήσεις έχουν ανοίξει και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου η εμπορευματοποίηση των σιδηροδρόμων συνοδεύτηκε από σοβαρά προβλήματα ασφάλειας, ελλείψεις προσωπικού και τραγικά περιστατικά. Το κοινό νήμα που αναδεικνύεται είναι η προτεραιότητα της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας έναντι της κοινωνικής αποστολής των δημόσιων υποδομών. Όταν οι μεταφορές λειτουργούν με όρους αγοράς, η ανθρώπινη ζωή δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με λογιστικούς υπολογισμούς.
Το πολιτικό διακύβευμα της επετείου των Τεμπών βρίσκεται ακριβώς εδώ: στη σύγκρουση ανάμεσα στη λογική του κέρδους και στην ανάγκη για καθολική, ασφαλή, δημόσια μετακίνηση. Το σύνθημα «Οι ζωές μας ή τα κέρδη τους» δεν είναι σχήμα λόγου. Είναι η συμπύκνωση μιας εμπειρίας που πλήρωσε η κοινωνία με 57 νεκρούς.
Η 28η Φλεβάρη γίνεται, έτσι, κάλεσμα σε κινητοποιήσεις όχι μόνο για να τιμηθούν οι νεκροί, αλλά για να τεθεί ξανά το θεμελιώδες ερώτημα: ποια πολιτική υπηρετεί την κοινωνία και ποια τα συμφέροντα των αγορών; Η απαίτηση για απόδοση ευθυνών και ουσιαστική αλλαγή πορείας είναι βαθιά πολιτική πράξη.
Τρία χρόνια μετά, η μνήμη δεν μπορεί να περιοριστεί σε λόγια. Γίνεται δύναμη διεκδίκησης, για να μη ζήσει ξανά καμία οικογένεια τον ίδιο πόνο. Γιατί όταν η ασφάλεια θυσιάζεται στον βωμό του κέρδους, το αποτέλεσμα δεν είναι «τραγωδία». Είναι προδιαγεγραμμένο έγκλημα. Και απέναντι σε αυτό, η κοινωνία απαντά: δεν ξεχνάμε.


















