Ο Ρόμπερτ ΜακΚέιμπ για τη φωτογραφική του έκθεση στην Πάρο

Ο Ρόµπερτ ΜακΚέιµπ έκανε µε τη φωτογραφική του µηχανή ό,τι οι περιηγητές του 19ου αιώνα µε την πένα τους. Αφηγήθηκε την ιστορία µιας Ελλάδας που πλέον υπάρχει ως κοµµάτι της συλλογικής µας µνήµης. Γεννηµένος στο Σικάγο το 1934, ανέπτυξε από νωρίς ενδιαφέρον για τη φωτογραφία.

Η πρώτη του ουσιαστική επαφή µε την Ελλάδα έγινε το 1954, όταν την επισκέφτηκε σε ηλικία µόλις 20 ετών στο πλαίσιο ενός ταξιδιού στην Ευρώπη. Η χώρα µόλις είχε βγει από την Κατοχή και τον Εµφύλιο, τον οποίο ακολούθησε µια περίοδος πολιτικών διώξεων και µετανάστευσης. Την εποχή εκείνη ο τουρισµός ήταν περιορισµένος, ενώ µεγάλο µέρος της χώρας διατηρούσε τον παραδοσιακό τρόπο ζωής.

Ο καπετάνιος Γιάννης «Τρικούλης» Καφιέρης (αριστερά) και ο Μανόλης «Καστοριάς», ηµιονηλάτης από το Κοντοχώρι, ξεκουράζονται στο καφενείο του Γιαλού, λιµανιού των Φηρών. Το «Αιγαίον» καθελκύστηκε το 1911 (το ίδιο έτος µε τον «Τιτανικό»). Αρχικά χρησιµοποιήθηκε ως κρουαζιερόπλοιο, αργότερα ως επιβατηγό πλοίο

Σε αυτό το πλαίσιο ο ΜακΚέιµπ τράβηξε τις πρώτες φωτογραφίες του σε ασπρόµαυρο φιλµ, µια επιλογή που θα σφράγιζε τα πρώτα χρόνια του έργου του. Οι εικόνες που προκύπτουν µέσα από τις αντιθέσεις των φωτοσκιάσεων έχουν κάτι µυστηριακό.

Ο Αµερικανός φωτογράφος αντί να επικεντρωθεί αποκλειστικά σε διάσηµους αρχαιολογικούς χώρους κατέγραψε τη λιτή οµορφιά των τοπίων και την καθηµερινότητα των απλών ανθρώπων, συµβάλλοντας σηµαντικά στον τρόπο που αντιλαµβανόµαστε µέχρι σήµερα την Ελλάδα εκείνης της εποχής. Η σχέση που απέκτησε µε τη χώρα τις δεκαετίες που ακολούθησαν έγινε το έναυσµα για µια σειρά φωτογραφιών που σχηµατίζουν ένα οπτικό χρονικό της εξέλιξης µιας αγροτικής κοινωνίας σε µια χώρα που εκσυγχρονίζεται (και) µέσω του τουρισµού.

Έως τις 30 Σεπτεµβρίου στον χώρο τέχνης Porto Aoussa στη Νάουσα Πάρου φιλοξενείται η έκθεσή του µε τίτλο «Αναµνήσεις από το Αιγαίο».

Περιλαµβάνει 82 φωτογραφίες που επέλεξε ο ίδιος ειδικά για την Πάρο, σε συνεργασία µε τον επιµελητή Κώστα Βιδάκη. Η έκθεση πραγµατοποιείται στο πλαίσιο των φετινών πολιτιστικών δράσεων του Περιβαλλοντικού και Πολιτιστικού Πάρκου Πάρου, το οποίο εδώ και χρόνια παραµένει δραστήριο µέσα από πληθώρα πολιτιστικών, εκπαιδευτικών, περιβαλλοντικών και άλλων δράσεων, ανοίγοντας δρόµους στην πνευµατική και πολιτιστική ζωή του νησιού για τους κατοίκους και τους επισκέπτες. Με αφορµή την έκθεση ο Ρόµπερτ ΜακΚέιµπ απάντησε στις ερωτήσεις του Documento.

Χαλκί Νάξου, οικογένεια Παράβα, 1970

Μεγαλώσατε στη Νέα Υόρκη λίγο µετά τη µεγάλη ύφεση του 1929. Πώς ήταν η ζωή εκεί και πώς επέδρασαν οι εικόνες της καθηµερινότητας στη µετέπειτα πορεία σας;

Ενώ ο πατέρας µου µιλούσε µερικές φορές για την οικονοµική ύφεση και για το πόσο δύσκολο ήταν να βρεις δουλειά, το πραγµατικό θέµα συζήτησης ήταν ο Β΄ Παγκόσµιος Πόλεµος. Θυµάµαι έντονα να κάθοµαι στο σαλόνι µας και να ακούω τα νέα για το Περλ Χάρµπορ ζωντανά στο ραδιόφωνο.

Μεγάλωσα στο Ράι, µια µικρή πόλη η οποία βρίσκεται 40 χιλιόµετρα βορειοανατολικά της Νέας Υόρκης. Ο πατέρας µου εργαζόταν στην πόλη για µια εικονογραφηµένη εφηµερίδα και πήγαινε καθηµερινά µε το τρένο. Λόγω της ενασχόλησής του αυτής µου έδωσε µια φωτογραφική µηχανή όταν ήµουν µόλις πέντε ετών. Από εκεί ξεκίνησαν όλα.

Το Ράι βρίσκεται στο Λονγκ Αϊλαντ Σάουντ, µια θολή και γκρίζα υδάτινη µάζα, που µε έκανε να αγαπήσω αµέσως το Αιγαίο όταν το αντίκρισα. Ήταν πολύ ήσυχη περιοχή. Θυµάµαι ότι στο πρώτο µου σχολείο πήγαινα περπατώντας και για το δεύτερο έπαιρνα λεωφορείο. Κάποιες φορές πηγαίναµε στην πόλη και βγάζαµε φωτογραφίες.

Ιδιαιτέρως αγαπητή σε ό,τι αφορά τη φωτογραφία δρόµου ήταν η νοτιοανατολική πλευρά της Νέας Υόρκης. Ακόµη έχω ένα αρχείο µε φωτογραφίες της δεκαετίας του 1950 από εκεί. Αργότερα έφτιαξα ένα λεύκωµα από µια συγκεκριµένη περιοχή του Σέντραλ Παρκ, που ονοµάζεται Ραµπλ. Είναι γνωστή επειδή έχει αφεθεί σε άγρια κατάσταση.

Όταν επισκεφτήκατε την Ελλάδα το 1954 δεν γνωρίζατε πολλά για τη χώρα. Φωτογραφίζατε µε την αθωότητα κάποιου που συναντά ένα µέρος για πρώτη φορά. Πώς το ταξίδι αυτό επηρέασε τη µατιά σας;

Αφελώς πίστευα ότι θα επέστρεφα κάθε καλοκαίρι για το υπόλοιπο της ζωής µου για να φωτογραφίζω ανεξερεύνητα νησιά του Αιγαίου. Φυσικά, τη δεκαετία του 1960 τα πράγµατα άλλαξαν πολύ µε τα αεροδρόµια που δηµιουργήθηκαν στα νησιά και στη συνέχεια µε τις απευθείας πτήσεις από τη βόρεια Ευρώπη. Ωστόσο καθένα από αυτά τα πρώτα ταξίδια ενίσχυσε την αγάπη µου για τη χώρα και τους ανθρώπους της.

Ο Ρόμπερτ ΜακΚέιμπ στο Μέτσοβο το 1961 με γυναίκες της περιοχής. Η φωτογραφία πάρθηκε από τον αδελφό του, Τσαρλς

Πώς βιώσατε την Ελλάδα των πρώτων ταξιδιών σας, δεδοµένου ότι µόλις είχε βγει από τον Β΄ Παγκόσµιο Πόλεµο και τον Εµφύλιο;

Ήταν πολύ φτωχή χώρα. Οι άνθρωποι πάλευαν για να επιβιώσουν. Στα νησιά δεν υπήρχαν ηλεκτρικό ρεύµα ούτε τρεχούµενο νερό. ∆εν υπήρχαν αυτοκίνητα, µόνο γαϊδούρια και µουλάρια για τη µεταφορά ανθρώπων και αγαθών. Μου φαινόταν απίστευτο γιατί ως Αµερικανός είχα συνηθίσει στα πανταχού παρόντα αυτοκίνητα.

Το να φέρεις ένα αυτοκίνητο σε ένα νησί τότε ήταν µεγάλη περιπέτεια, καθώς έπρεπε να το ξεφορτώσει γερανός από το κατάστρωµα του πλοίου. Ακούγονταν συχνά αστεία για τους χειριστές των γερανών που επαναδιαπραγµατεύονταν την αµοιβή τους ενώ το αυτοκίνητό σου κρεµόταν στον αέρα. Αυτό πάντως που ήταν πραγµατικά σηµαντικό και που δεν καταλάβαινα εκείνη την εποχή ήταν ότι η καθηµερινότητα που κατέγραφα στα νησιά του Αιγαίου υπήρξε το πρότυπο για τη συγκρότηση της ζωής σε αυτά κατά την αρχαιότητα. Οι οικισµοί βασίζονταν στο αγροτικό δυναµικό. Οι παλιές παραδόσεις εξακολουθούσαν να είναι ισχυρές.

Τι σας έκανε να επιστρέψετε;

Το 1955 γύρισα στην Ελλάδα για να δω φίλους και να τραβήξω περισσότερες φωτογραφίες. ∆ύο χρόνια µετά είχα την ευκαιρία να φωτογραφίσω τις Κυκλάδες για το National Geographic Society και έπειτα άρχισα να έρχοµαι σχεδόν κάθε χρόνο. Τα ταξίδια πύκνωσαν όταν παντρεύτηκα µια Αθηναία µε καταγωγή από την Κύθνο.

Τι έχει αλλάξει στο φως σε σύγκριση µε τότε; Για παράδειγµα, στο κέντρο της Αθήνας, σε περιοχές όπως το Μοναστηράκι, το Σύνταγµα και η Οµόνοια τις οποίες είχατε φωτογραφίσει πριν από δεκαετίες υπάρχει διαφορετική αίσθηση φωτός λόγω των ψηλών κτιρίων που χτίστηκαν έκτοτε;

Όχι, δεν νοµίζω. Φυσικά, η ατµοσφαιρική ρύπανση επηρεάζει την ποιότητα του φωτός, αλλά έχει µεγάλη διαφορά από µέρα σε µέρα ανάλογα µε την υγρασία και τον άνεµο. Ισως λοιπόν να πρέπει να περιµένει κανείς µια µέρα µε τέλειο ελληνικό φως και αεράκι για να καθαρίσει ο αέρας.

Πάρος, 1954 -1955. Το παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου του Θαλασσίτη

Πώς θυµάστε την πρώτη φορά που φωτογραφίσατε την Πάρο;

Οι πρώτες µου φωτογραφίες της Πάρου ήταν από το πλοίο της γραµµής που συνέδεε τα νησιά µεταξύ τους. ∆εν είχα την ευκαιρία να φωτογραφίσω λεπτοµερώς το νησί όπως τη Μύκονο, τη Ρόδο, τη Σαντορίνη, την Κάσο και την Πάτµο. Μου αρέσει όµως η φωτογραφία του 1964 στην οποία ένας άντρας σταµατάει για να δώσει νερό στο γαϊδουράκι του.

Από τότε που φωτογραφίσατε για πρώτη φορά τις Κυκλάδες µέχρι σήµερα έχουν συµβεί τεράστιες αλλαγές. Τι σκέφτεστε πάνω σε αυτό;

Θα έδινα µια συµβουλή κάνοντας αναφορά στον Αίσωπο: Μη σκοτώνετε τη χήνα που γεννά τα χρυσά αυγά. Υπάρχει µια ιδιαίτερη ποιότητα στους Ελληνες νησιώτες και στον πολιτισµό που έχουν χτίσει µε ξεχωριστή αρχιτεκτονική και έθιµα. Είναι σπαρακτικό να βλέπεις µπανγκαλόου στη σειρά να καταστρέφουν την οµορφιά µιας πλαγιάς. Ή να κατεδαφίζονται αρχαία πέτρινα µονοπάτια για να γίνουν αυτοκινητόδροµοι. Ή να χτίζονται πισίνες δίπλα στο νερό.

Ποια είναι τα στοιχεία που κάνουν µια φωτογραφία να ξεφεύγει από την απλή καταγραφή και να αποκτά τη δύναµη της εικόνας;

Είναι σχεδόν αδύνατο να αναλυθούν ή να περιγραφούν, αλλά το καταλαβαίνεις όταν το βλέπεις.

Υπήρξε στιγµή που θέλατε να τραβήξετε µια φωτογραφία αλλά τελικά δεν το κάνατε;

Συχνά. Όταν προσπαθώ να τραβήξω µια αυθόρµητη φωτογραφία χωρίς να το γνωρίζουν και µε «ανακαλύπτουν», διακόπτω το τελικό κλικ.

Πάρος, 1954 ή 1955. Παραδοσιακός ανεμόμυλος, μνημείο της προβιομηχανικής κληρονομιάς

Τι έχει αλλάξει από την πρώτη σας επίσκεψη στην Ελλάδα στον τρόπο που κάποιος στέκεται µπροστά στη µηχανή του φωτογράφου;

Τη δεκαετία του 1950 µπορεί να υπήρχαν ένας ή δύο φωτογράφοι σε ένα νησί, για γάµους και άλλες εκδηλώσεις. Ο επισκέπτης µε τη φωτογραφική µηχανή ήταν κάτι ασυνήθιστο. Οι άνθρωποι τότε, ειδικά τα παιδιά, ήθελαν πολύ να φωτογραφίζονται. Σήµερα, οι φωτογραφικές µηχανές είναι στην τσέπη όλων.

Το να φωτογραφίσεις σήµερα τους Ελληνες, ειδικά τα παιδιά, θεωρείται κάπως παραβιαστικό. Στα νησιά βέβαια οι ντόπιοι πιθανότατα να φωτογραφίζονται τόσο συχνά από τους επισκέπτες που µάλλον θα νιώθουν µέρος του τοπίου.

Ποια είναι η διαφορά της φωτογραφίας ως έργου τέχνης την εποχή του φιλµ σε σύγκριση µε την τωρινή περίοδο της τεχνητής νοηµοσύνης;

Για να θεωρείται κάτι έργο τέχνης χρειάζεται µόνο την έγκριση ενός ατόµου. Η οµορφιά είναι υποκειµενική. Αν ένα έργο ή µια σύνθεση δηµιουργείται µέσω τεχνητής νοηµοσύνης, είναι λιγότερο τέχνη; Αν δηµιουργηθεί µε AI µια φωτογραφία που αφορά την ειδησεογραφία είναι απάτη. Ωστόσο, γιατί να µην το χρησιµοποιήσει κανείς για να φτιάξει ένα έργο τέχνης; Πρόσφατα περιέγραψα µία από τις πιο γνωστές φωτογραφίες µου στην τεχνητή νοηµοσύνη και ζήτησα να δηµιουργήσει µια σύνθεση µε βάση την περιγραφή αυτή. Είµαι σίγουρος ότι κάποιοι θα έβρισκαν την εκδοχή της τεχνητής νοηµοσύνης εξίσου ενδιαφέρουσα µε την πρωτότυπη.

«Είναι σπαρακτικό να βλέπεις µπανγκαλόου στη σειρά να καταστρέφουν την οµορφιά µιας πλαγιάς. Ή να κατεδαφίζονται αρχαία πέτρινα µονοπάτια για να γίνουν αυτοκινητόδροµοι. Ή να χτίζονται πισίνες δίπλα στο νερό» λέει στο Documento ο Ρόμπερτ ΜακΚέιμπ.

Εμυ Ντούρου

fonitisparou.gr

bluestarferries

FLEXCAR

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ

ote

KRAFT

deya-parou.gr

dimos-parou

#

YOUTUBE LIVE

parostoday

FLEXCAR

ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΖΩΩΝ

ParosVoise

OMILOS