Αν το πρόβλημα με τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ο Daniel και η ευλογιά δημιούργησαν αλλεπάλληλα προβλήματα στον κτηνοτροφικό τομέα της χώρας, το επάγγελμα του κτηνοτρόφου στην Πάρο διέρχεται κι αυτό τη μεγαλύτερη κρίση της ιστορίας του.
Η γήρανση του κτηνοτροφικού πληθυσμού, η έλλειψη βοσκοτόπων, η τουριστική και οικιστική πίεση και η απουσία ολοκληρωμένου χωρικού και αγροτικού σχεδιασμού έχουν δημιουργήσει ένα ασφυκτικό περιβάλλον, που απειλεί ευθέως τη συνέχιση της κτηνοτροφίας στο νησί στο άμεσο μέλλον. Επιπλέον, το θέμα του ΟΠΕΚΕΠΕ επηρέασε όλους τους κτηνοτρόφους, αφού ένα μεγάλο κομμάτι της πίτας των επιδοτήσεων βρέθηκε στα χέρια επιτήδειων κι ελάχιστοι ήταν εκείνοι, που επέστρεψαν χρήματα πίσω, μπροστά στη ζημιά.
Το θέμα ήρθε με δραματικό τρόπο στο προσκήνιο πριν από λίγους μήνες, όταν Παριανοί κτηνοτρόφοι εξέπεμψαν SOS στη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο Επαρχείο Πάρου υπό τον έπαρχο Βαζαίο Πετρόπουλο.
Στον αρμόδιο αντιπεριφερειάρχη Αγροτικής Ανάπτυξης Νοτίου Αιγαίου, Φιλήμονα Ζαννετίδη, διατύπωσαν τον φόβο τους: «Κινδυνεύουμε να γίνουμε Μύκονος, όπου έχει μείνει ένας και μοναδικός κτηνοτρόφος». Από τότε μέχρι σήμερα δεν έχει αλλάξει κάτι, πέρα από την προσπάθεια που γίνεται στην Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου να βελτιωθούν οι κτηνιατρικές υπηρεσίες και να υπάρξει συστηματική ενημέρωση, ώστε να μη μπει η ευλογιά στις μονάδες του νησιού, που έχουν αιγοπρόβατα. Το ελληνικό ζωικό κεφάλαιο έχει ήδη αποδεκατιστεί και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας έχουν χάσει τη ζωή τους και κτηνοτρόφοι, μη αντέχοντας τη στενοχώρια από το σφάξιμο των κοπαδιών τους. Η λαίλαπα της ευλογιάς και η κακή διαχείρισή της από την πολιτεία έχει οδηγήσει σε τουλάχιστον 472.928 θανατώσεις ζώων και 2.061 κρούσματα στη χώρα έως τις 18 Ιανουαρίου 2026.
Οι Παριανοί κτηνοτρόφοι ζουν κι αυτοί με τον φόβο της ευλογιάς. Αν δεν αλλάξει κάτι άμεσα, ο Παριανός κτηνοτρόφος κινδυνεύει να επιβιώσει μόνο σε παλιές φωτογραφίες και καρτ ποστάλ.

Ο Κώστας Λουκής, που είναι από τους νέους κτηνοτρόφους του νησιού, μας εξήγησε ότι ένα από τα μεγάλα προβλήματα, που αντιμετωπίζει ο χώρος είναι η μακροπρόθεσμη ενοικίαση βοσκοτόπων. Επιπλέον, οι δυσκολίες του επαγγέλματος είναι προφανείς, αφού ένας κτηνοτρόφος εργάζεται 365 ημέρες τον χρόνο, χωρίς ρεπό και αργίες.
Ο κλήρος στην Πάρο και λόγω βέβαια της συνήθειας ως προς την κληρονομιά της γης, έχει υποστεί αλλεπάλληλες φορές κατάτμηση. Επιπλέον, ένα μεγάλο κομμάτι έχει χτιστεί. «Είναι πολύ δύσκολο για μας, όταν τα πάντα χτίζονται γύρω να βόσκουμε τα ζώα. Φανταστείτε, πόσο εύκολο είναι, όταν τα ζώα είναι ελευθέρας βοσκής να πάνε να φάνε κάτι από τον κήπο του διπλανού και να βρισκόμαστε απολογούμενοι», εξηγεί ο κ. Λουκής.
Τα αποκαλυπτικά στοιχεία για το ζωικό κεφάλαιο
Τα στοιχεία για το ζωικό κεφάλαιο της Πάρου και της Αντιπάρου αποτυπώνουν με σαφήνεια τη συρρίκνωση του κλάδου. Σύμφωνα με στοιχεία από τις κτηνιατρικές υπηρεσίες.
Στην Πάρο σήμερα λειτουργούν:
- 101 εκτροφές αιγοπροβάτων με 3.989 ζώα, εκ των οποίων 2.030 είναι κατσίκες.
Γύρω στο 1995, οι εκτροφές αιγοπροβάτων ανέρχονταν σε 383, γεγονός που σημαίνει ότι μέσα σε περίπου 30 χρόνια το νησί έχασε σχεδόν τα 3/4 των μονάδων του. - 85 εκτροφές βοοειδών με 665 γελάδια, όταν στα μέσα της δεκαετίας του ’90 οι εκτροφές βοοειδών έφταναν τις 364.
- Μία μόλις μονάδα αυγοπαραγωγής με 1.000 πουλερικά. Υπάρχουν κι άλλα πουλερικά αλλά είναι οικόσιτα.
- Δέκα εκτροφές χοίρων, ενώ οικόσιτα ζώα διατηρούν πλέον ελάχιστοι κάτοικοι.
Στην Αντίπαρο:
- Υπάρχουν 15 εκτροφές αιγοπροβάτων με περίπου 760 ζώα, εκ των οποίων τα 2/3 είναι κατσίκια. Το 1995 οι εκτροφές ήταν 35.
- Λειτουργούν 10 εκτροφές βοοειδών, όταν στο παρελθόν ήταν 26.
Τα νούμερα αυτά καταδεικνύουν μια σταθερή και βαθιά αποσάθρωση της κτηνοτροφικής δραστηριότητας αλλά την ίδια στιγμή και τη δυσκολία να λειτουργήσει οργανωμένα και το σφαγείο της Πάρου. Επιπλέον, οι εκτροφές, που υπάρχουν δεν είναι όλες οργανωμένες. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί κάποιος να έχει μόνο 1 έως 5 αγελάδες, γεγονός που αποκλείει την οργανωμένη παραγωγή και την ανάπτυξη του κλάδου σε συστηματική βάση.
«Όσοι απομείναμε μακάρι να το καταφέρουμε να το συνεχίσουμε. Οι νεότερες γενιές τα παρατούν. Μονάχα όσοι το αγαπούν το κάνουν αυτό αυτή τη στιγμή. Για να ασχοληθείς με την κτηνοτροφία σημαίνει ότι αγαπάς τη φύση, τον πρωτογενή τομέα. Όσοι απέμειναν στον κλάδο το κάνουν βέβαια από επιλογή κι όχι από ανάγκη», μας λέει η γεωπόνος ζωικής παραγωγής, Κατερίνα Μόσχου.
Η ίδια από το 2017 ασχολείται με το τυροκομείο και με τα ζώα από το 2020. Έχει περίπου 300 κατσίκες και παράγει γραβιέρα, σουρωτό (φρέσκο κρεμώδες τυρί που θυμίζει ξινομυζήθρα), γραβιέρα με ελαιόλαδο, ξηρό ανθότυρο, τουλουμοτύρι, φρέσκια μυζήθρα και γιαούρτι.
Επαγγελματική επιβίωση με παράλληλες δουλειές
Σήμερα είναι ελάχιστοι οι Παριανοί κτηνοτρόφοι που ασχολούνται αποκλειστικά με το επάγγελμα. Οι περισσότεροι συμπληρώνουν το εισόδημά τους, μέσα από τον τουρισμό ή ακόμη και από το ψάρεμα. Η κατάσταση αυτή υπονομεύει τη συνέχεια του κλάδου, καθώς η κτηνοτροφία απαιτεί καθημερινή παρουσία, 365 ημέρες τον χρόνο, χωρίς περιθώρια «εποχικής» απασχόλησης.
Τα βασικά προβλήματα της Πάρου
Τα βασικά προβλήματα που πλήττουν την κτηνοτροφία της Πάρου είναι συγκεκριμένα και σωρευτικά:
Έλλειψη βοσκοτόπων και πολυτεμαχισμένος κλήρος. Τα λιγοστά βοσκοτόπια, η κατάτμηση της αγροτικής γης, η ακριβή γη και η έντονη πίεση από την τουριστική ανάπτυξη καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη τη βιωσιμότητα των μονάδων.
Αύξηση του κόστους παραγωγής – Κόστος μεταφοράς. Το κόστος ζωοτροφών, αγροτικών εφοδίων και μεταφοράς ζώων είναι ιδιαίτερα υψηλό, επιβαρύνοντας υπέρμετρα τους παραγωγούς. Το μεταφορικό κόστος –παρότι υπάρχει το μεταφορικό ισοδύναμο για τις επιχειρήσεις – δίνεται πολύ αργά σε σχέση με τις ανάγκες του κλάδου, που πάσχει από ρευστότητα.

Έλλειψη νερού. Το πρόβλημα της ύδρευσης επηρεάζει όχι μόνο την παραγωγή ζωοτροφών αλλά και τη στοιχειώδη λειτουργία των μονάδων, όπως ο καθαρισμός στάβλων και λοιπών εγκαταστάσεων.
Γήρανση του κτηνοτροφικού πληθυσμού. Οι κτηνοτρόφοι συνταξιοδοτούνται και νέοι δύσκολα αναλαμβάνουν. Το επάγγελμα θεωρείται δύσκολο, αβέβαιο και οικονομικά μη ελκυστικό, σε σχέση με τον τουρισμό.
Οικιστική δόμηση Επειδή ακριβώς υπάρχουν κανονισμοί για τα κοπάδια είναι δύσκολη η «συγκατοίκηση», είτε λόγω των κανονισμών της πολεοδομίας είτε λόγω της γειτνίασης βοσκοτόπων με κήπους.
Τα γαλακτοκομικά προϊόντα της Πάρου
Η Πάρος και η Αντίπαρος δεν διαθέτουν αναγνωρισμένο ΠΟΠ τυρί, πέραν της Κοπανιστής, η οποία παράγεται σε όλα τα νησιά των Κυκλάδων. Αντίθετα, στον κατάλογο ΠΟΠ περιλαμβάνονται το Σαν Μιχάλη Σύρου και η γραβιέρα Νάξου. Ωστόσο, η Κοπανιστή έχει ατονήσει και δυστυχώς δεν είναι από τα τυριά, που παράγονται ιδιαίτερα στο νησί.
Η παριανή γραβιέρα, αν και έχει θετική αποδοχή στην αγορά, δεν είναι αναγνωρισμένη ως ΠΟΠ. Από το 2000, η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Πάρου επιχείρησε να στηρίξει τον τομέα του γάλακτος. Κύριο προϊόν της ΕΑΣ Πάρου είναι η παριανή γραβιέρα, ενώ παράγονται επίσης κεφαλοτύρι, σουρωτό (μοιάζει με ξινομυζήθρα), μυζήθρα, κεφαλάκια σε λάδι ή κρασί και βούτυρο.
Όπως μας εξήγησε ο τυροκόμος, Μάρκος Κορτιάνος έχει γίνει μία προσπάθεια εδώ και χρόνια για την παριανή γραβιέρα, για να αναγνωριστεί ως ΠΟΠ κι έχει κατατεθεί φάκελος, αλλά δεν έχει προχωρήσει ακόμη.«Οι διαδικασίες είναι πολύ αργές», εξηγεί. Το βασικό πρόβλημα, ωστόσο, όπως παραδέχεται κι ο ίδιος, παραμένει η έλλειψη γάλακτος, γεγονός που περιορίζει κάθε προοπτική ανάπτυξης. Το ευτύχημα, όπως λέει, είναι πως υπάρχουν και ελάχιστοι νέοι άνθρωποι, που θέλουν να ασχοληθούν σοβαρά.
Διαχειριστικά σχέδια βόσκησης και στρεβλώσεις
Το ζήτημα των διαχειριστικών σχεδίων βόσκησης παραμένει ανοιχτή πληγή. Η Πάρος βρέθηκε στο επίκεντρο σοβαρών στρεβλώσεων, με ανεξέλεγκτες δηλώσεις βοσκοτόπων. Στην Εξεταστική Επιτροπή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ ακούστηκε πολλές φορές, πώς στην Πάρο ήταν δηλωμένες εκτάσεις από την οικογένεια του Γιώργου Ξυλούρη ή Φραπέ. Η τεχνική λύση, όπως εφαρμόστηκε, προέβλεπε μετά από τροποποιήσεις και βοσκοτόπια από το ένα νησί στο άλλο. Όμως, οι συγκεκριμένες εκτάσεις βγήκαν εκτός συστήματος, διότι φάνηκε πως ήταν δασικές. Η απουσία σαφούς πλαισίου επέτρεψε σε επιτήδειους να εκμεταλλευτούν το σύστημα, εις βάρος των κτηνοτρόφων που πραγματικά δραστηριοποιούνται στο νησί, αφού μέχρι σήμερα η Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου, όπως κι άλλες δεν διαθέτει διαχειριστικά σχέδια βόσκησης.
Τουρισμός και γη σε σύγκρουση
Η ραγδαία ανάπτυξη του τουρισμού τις τελευταίες δεκαετίες έχει αλλάξει τον χαρακτήρα της παριανής γης. Αγροτικές εκτάσεις έχουν αλλάξει χρήση, οι τιμές έχουν εκτοξευθεί και η ενοικίαση βοσκοτόπων για μακροχρόνιες επενδύσεις καθίσταται σχεδόν αδύνατη. Παράλληλα, η κατάτμηση των εκτάσεων για κληρονομικούς λόγους και οι ανταγωνιστικές χρήσεις γης περιορίζουν ακόμη περισσότερο τις δυνατότητες της εκτατικής κτηνοτροφίας.
Ένα επάγγελμα χωρίς διάδοχη κατάσταση
Η γήρανση του κτηνοτροφικού πληθυσμού στην Πάρο και στην Αντίπαρο αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη απειλή. Οι νέοι δύσκολα αναλαμβάνουν μονάδες, καθώς απαιτούνται σημαντικά κεφάλαια, σταθερότητα και προοπτική που σήμερα απουσιάζουν. Όπως λένε οι ίδιοι οι παραγωγοί, «δεν βλέπουν φως». Κι ενώ υπάρχει τοπική αγορά οι αδυναμίες του επαγγέλματος και το αυξημένο κόστος ζωοτροφών εμποδίζουν την ανάπτυξη των μονάδων.
Κτηνοτροφία σε οριακό σημείο
Η κτηνοτροφία στην Πάρο βρίσκεται σε ώρα μηδέν. Χωρίς άμεσες παρεμβάσεις σε επίπεδο χωροταξικού σχεδιασμού, βοσκοτόπων, κόστους παραγωγής και στήριξης των ενεργών κτηνοτρόφων, το νησί κινδυνεύει να χάσει οριστικά έναν βασικό πυλώνα της τοπικής του ιστορικής και γαστρονομικής ταυτότητας.
Το ερώτημα δεν είναι πια αν η κτηνοτροφία φθίνει, αλλά αν υπάρχει πολιτική και κοινωνική βούληση να μη σβήσει ολοκληρωτικά από τον παριανό χάρτη.


















