Πότε άλλαξε η Πάρος κι από ψαρονήσι μ’ έναν από τους μεγαλύτερους αλιευτικούς στόλους των Κυκλάδων μετατράπηκε σε τουριστικό προορισμό; Πότε σταμάτησε η εσωτερική μετανάστευση των Παριανών προς τα αστικά κέντρα κι έγινε εποχική; Πότε έγινε τόπος για να ζουν οι ξένοι και συνταξιούχοι υψηλών βαλαντίων αλλά να δυσκολεύονται με τις υψηλές τιμές να ζήσουν οι Παριανοί και οι Αντιπαριώτες;
Είναι σαφές, πως, όπως λένε και παλιοί Παριανοί η δεκαετία του ’80 ήταν ακόμη η εποχή της αθωότητας για το νησί, για να ακολουθήσει και η Αντίπαρος. Ήδη υπήρχαν τουρίστες, νοικιάζονταν σπίτια, ερχόταν κόσμος αλλά δεν υπήρχε ο μαζικός τουρισμός, που υπάρχει σήμερα και βελτιώνει το αναπτυξιακό προφίλ του νησιού αλλά δημιουργεί και παρενέργειες πιέζοντας αφόρητα τις υποδομές, ειδικά την υψηλή σεζόν. Τότε τα επιβατικά πλοία ήταν λιγότερο πολυτελή αλλά ο κόσμος ήταν πιο φιλικός και πιο ανοιχτός στους ταξιδιώτες, Έλληνες και ξένους, που έρχονταν κυρίως από τις ευρωπαϊκές χώρες κι οι τιμές σαφώς ήταν πολύ πιο χαμηλές απ’ ό,τι σήμερα.
Έρευνα στα ελληνικά νησιά, από καθηγητές κι ερευνητές του Πανεπιστημίου Αιγαίου, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα», δείχνει πως οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις μειώθηκαν την 50ετία 1961-2010, κατά 39% με πρώτη την Κίμωλο και μετά τη Σέριφο. Εκεί τα ποσοστά είναι θεαματικά και κυμαίνονται στο 90%-100% ενώ άλλαξε σε πολλές περιπτώσεις και η σύνθεση του τοπικού πληθυσμού.
Η πτωτική τάση των αγροτικών εκμεταλλεύσεων
Στην Πάρο υπάρχει πτωτική κατάσταση των αγροτικών εκμεταλλεύσεων της τάξης 50% έως 60%, κατά την περίοδο 1961-2010.
Μείωση παρατηρείται στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις κατά 40% έως 50% στην Αντίπαρο την περίοδο 1961-2010. Η μείωση είναι σημαντική αλλά η Πάρος εξακολουθεί να κρατά ένα κομμάτι του παραγωγικού της ιστού, αν σκεφθούμε, πως στην Ανάφη η κτηνοτροφία έχει σχεδόν εγκαταλειφθεί. Αυτή η κατάσταση έχει σαφώς συνέπειες και στο φυσικό περιβάλλον, γεγονός που διαπιστώνεται και τα καλοκαίρια αλλά ακόμη και με τις πλημμύρες, που και πρόσφατα ταλαιπώρησαν την Πάρο.
Τι υποστηρίζει ο καθηγητής Γεωγραφίας, Θ. Κίζος
Η έρευνα έγινε σε 80 νησιά και η αποδυνάμωση των αγροτικών νοικοκυριών συνεχίζεται. Μόνο σε 6 ελληνικά νησιά, η πρωτογενής παραγωγή επιβίωσε κι αυξήθηκε: Στην Αίγινα, τους Φούρνους Ικαρίας, την Αλόννησο, τη Ρόδο, την Ελαφόνησο και τη Ζάκυνθο, εξηγεί στη «Φωνή της Πάρου», ο καθηγητής Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Θανάσης Κίζος (φωτογραφία).

«Ο (υπερ)πληθυσμός των νησιών αρχίζει να μειώνεται, έπειτα από τη δεκαετία του 1940, μείωση που κορυφώνεται το 1960 και διαρκεί ως τη δεκαετία του 1980. Υπάρχουν νησιά, που στην κυριολεξία ξεγυμνώνονται από τον τοπικό πληθυσμό, όπως η Τήλος, που η μείωση των κατοίκων φτάνει το 80%», αναφέρει. Τα νησιά που είναι πιο κοντά στην Αττική ή τα πολύ μικρά νησιά, όπως λέει χάνουν πολύ πιο εύκολα το αγροτικό τους αποτύπωμα.
Καθώς μεταναστεύουν εκείνη την περίοδο νέοι άνθρωποι ή στρέφονται και σε άλλα επαγγέλματα, εγκαταλείπονται ως ένα βαθμό και οι τοπικές πρακτικές που διαμόρφωσαν το νησιώτικο αγροτικό τοπίο: αναβαθμίδες, ξερολιθιές κ.ο.κ. Σε αυτό συμβάλλουν και οι εγγενείς δυσκολίες στην ανάπτυξη εκμεταλλεύσεων μεγάλης κλίμακας στα νησιά.
Σταδιακά, όπως εξηγεί, η νησιώτικη ζωή μετασχηματίζεται και «τουριστικοποιείται», προκειμένου να λειτουργήσει ως ένα ολοκληρωμένο πακέτο τουριστικών υπηρεσιών προς πώληση. Την ίδια στιγμή αλλάζουν τα στοιχεία και του τοπικού πληθυσμού αφού πλέον έρχονται να προστεθούν ξένοι ή εταιρείες, που αγοράζουν ακίνητη περιουσία για τουριστική αξιοποίηση ή ακόμη και για ψηφιακούς νομάδες, που ενδιαφέρονται να δουλέψουν με απομακρυσμένη εργασία.
«Οι πρακτικές που δημιούργησαν και συντήρησαν τα χαρακτηριστικά του αγροτικού τοπίου σταματούν και πολλά από αυτά καταρρέουν σταδιακά ή καταστρέφονται για να δώσουν χώρο σε νέες δραστηριότητες και κυρίως στον τουρισμό», εξηγεί ο κ. Κίζος. «Σταδιακά λοιπόν από καθημερινά και λειτουργικά, τα χαρακτηριστικά του τοπίου μετατρέπονται σε «παραδοσιακά», δηλαδή σε χαρακτηριστικά, τα οποία έχουν απολέσει την αρχική τους λειτουργία και έχουν πια μόνο συμβολικές ή ιδεολογικές λειτουργίες αλλά αποκτούν και μια νέα οικονομική αξία ακριβώς ως ορόσημα της “παράδοσης” και της “αυθεντικότητας”».
Η μετάβαση αυτή, εξηγεί, συνδέεται με την επέλαση του τουρισμού, αλλά αντανακλά και μια βαθύτερη αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο νοηματοδοτούνται και αξιολογούνται αυτά τα χαρακτηριστικά: ως σύμβολα και σημάδια μιας άλλης κοινωνίας και τρόπου ζωής, που ενέχει, ωστόσο και το μεγάλο τουριστικό παράδοξο. Ενώ δηλαδή θέλουμε να επισκεφθούμε και να βιώσουμε ως επισκέπτες μια ζωή που θεωρητικά τη βλέπουμε καλύτερη (περισσότερο αυθεντική, πιο κοντά στη φύση, πιο ανθρώπινη, με λιγότερο άγχος, κτλ.), ταυτόχρονα δεν τη διεκδικούμε στην «κανονική» μας ζωή.
Το έτερο παράδοξο είναι πως ενώ οι ξένοι αστικοί πληθυσμοί, έρχονται, όπως εξηγεί, ως επισκέπτες κι αναζητούν την αυθεντικότητα των νησιών, ταυτόχρονα αποζητούν και όλες τις σύγχρονες ανέσεις (π.χ. καθημερινό ντους, ψύξη, πισίνα) στις οποίες όμως ένα νησί, που πάσχει λ.χ. από έλλειψη νερού δεν μπορεί να ανταποκριθεί.
«Πρόκειται για μια σαφή τάση «Ντισνεοποίησης» των νησιών που μετατρέπονται σε ανοιχτά θεματικά πάρκα κι όπου το κέλυφος (το τοπίο, τα κτίρια, οι οικισμοί) δε συμβαδίζει πια με το περιεχόμενο και τη λειτουργικότητα του», αναφέρει.
Η τοπική οικονομία έτσι στρέφεται προς το τουριστικό μοντέλο, που αποδίδει περισσότερο οικονομικά. Η αγροτική παραγωγή, όμως, περιορίζεται δραματικά, γιατί και το αγροτικό επάγγελμα δεν είναι το ίδιο ελκυστικό για τις νεότερες γενιές.
Ωστόσο, όλες οι τουριστικές έρευνες δείχνουν, πως η τοπική γαστρονομία παίζει ουσιαστικό ρόλο για την επισκεψιμότητα σε κάποιον προορισμό. Στην Πάρο, βέβαια, είναι αρκετά τα παραδείγματα παραγωγών, που είναι ετεροκαλλιεργητές κι ασχολούνται ταυτόχρονα με την αγροτική ανάπτυξη και με τον τουρισμό.
Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2020 στον δήμο Πάρου υπήρχαν: 258 εκμεταλλεύσεις με 1280 ζωικές μονάδες, που αφορούσαν: 90 εκμεταλλεύσεις με βοοειδή, 58 εκμεταλλεύσεις με χοιρινά, 124 εκμεταλλεύσεις με προβατοειδή, 140 εκμεταλλεύσεις με αίγες και 177 εκμεταλλεύσεις με πουλερικά και 32 εκμεταλλεύσεις με κουνέλια. Αντίστοιχα στον δήμο Αντιπάρου υπήρχαν 27 εκμεταλλεύσεις, 179 ζωικές μονάδες, 9 εκμεταλλεύσεις βοοειδών, 6 εκμεταλλεύσεις χοιρινών, προβατοειδή 11 εκμεταλλεύσεις, αίγες 17 εκμεταλλεύσεις, και 16 εκμεταλλεύσεις με πουλερικά.
Η τάση γενικά για την κτηνοτροφία είναι πτωτική στην Πάρο και την Αντίπαρο αλλά και γενικότερα στα νησιά, αναφέρει ο καθηγητής Θανάσης Κίζος.

Η κατοίκηση εκτός οικισμών
Σύμφωνα με επιστημονικό άρθρο: «Spatial planning incompetence to discourage urban sprawl on Greek Islands. Evidence from Paros Greek» (Δορυφορικός χωροταξικός σχεδιασμός για την αποθάρρυνση της αστικής εξάπλωσης στα ελληνικά νησιά. Στοιχεία από την Πάρο, Ελλάδα) των Γεωργίου Τσιλιμίγκα, Ανέστη Γουργιώτη και Ευαγγελίας – Θεοδώρας Δερδεμέζη, που δημοσιεύτηκε στο «Journal of Coastal Conservation» (2022), η πίεση για στέγαση, όπως η ζήτηση για δεύτερες κατοικίες, έχει οδηγήσει στην αύξηση των κατοικιών εντός των ορίων των οικισμών και/ή στην αστική εξάπλωση σε εξωαστικές περιοχές.
Αυτού του είδους οι κατοικίες, εξηγούν οι συντάκτες του άρθρου, διαφέρουν στη δομή των οικιστικών τεμαχίων, που σχηματίζονται και εγείρουν νέα κοινωνικο-χωρικά ζητήματα. Η δόμηση δεν είναι μόνο τουριστική αλλά και οικιστική. Παρατηρείται δηλαδή ότι διογκώνονται οι υπάρχοντες οικισμοί αλλά ταυτόχρονα αυξάνονται και εξωαστικοί οικισμοί, συχνά από ντόπιους, που μετακομίζουν στα ενδότερα σε αναζήτηση εξοχικής κατοικίας.
Η αλλαγή αυτή, εξηγούν, στο δομημένο περιβάλλον των νησιών είναι έντονη και έχει λάβει χώρα μέσω εντατικών, απρογραμμάτιστων και αυθόρμητων διαδικασιών μέσα σε λίγες δεκαετίες. «Παρότι οι όροι και οι οικοδομικές συνθήκες είναι αυστηροί –ιδιαίτερα για τους παραδοσιακούς οικισμούς– δεν είναι επαρκείς για να διασφαλίσουν βιώσιμη οικιστική ανάπτυξη», αναφέρουν οι συντάκτες του άρθρου, που τονίζουν πως οι τουριστικές δραστηριότητες στα νησιά άρχισαν κυρίως στη δεκαετία του ’60.
«Οι πρώτες κατασκευές για τουριστικές ανάγκες –τονίζουν τοποθετήθηκαν εντός των οικισμών και ήταν τόσο ασύμβατες με το κυρίαρχο τοπικό μέτρο όσο και ασύμφωνες με την τοπική αρχιτεκτονική (Tsilimigkas και Derdemezi 2017). Από την άλλη πλευρά, η αστική εξάπλωση παρουσίασε ανεξέλεγκτη, μη συντονισμένη και απρογραμμάτιστη ανάπτυξη στις εξωαστικές περιοχές (Sunetal. 2019) και αποτέλεσε κοινή πρακτική στα νησιά και στις παράκτιες περιοχές. Αυτή η διαδικασία οικιστικής ανάπτυξης έχει οδηγήσει σε περιοχές με κτίρια που δεν είναι ανθεκτικά και έχει δημιουργήσει ζητήματα όπως: περιβαλλοντικές επιπτώσεις στους φυσικούς πόρους, πίεση στον συμπαγή οικιστικό ιστό, υποβάθμιση της πολιτιστικής κληρονομιάς σε περιαστικές ζώνες, πίεση στο τοπίο και υψηλό κόστος δημιουργίας και συντήρησης υποδομών και υπηρεσιών για διασκορπισμένες οικιστικές ζώνες (EEA 2016). Τελικά, αυτή η διαδικασία έχει οδηγήσει σε υβριδικές ομάδες κτιρίων αντί για βιώσιμους οικισμούς».
Νεοαποικιοποίηση
Ένα άλλο στοιχείο βέβαια, που είναι σημαντικό και μας το μετέφεραν, Παριανοί που ασχολούνται με την κατοικία, είναι πως το 2020 εξαιτίας του covid-19 «ξέμειναν» ψηφιακοί νομάδες στο νησί είτε γιατί δεν μπορούσαν να φύγουν είτε γιατί στο διάστημα αυτό συνήθισαν. Ένα κομμάτι των τουριστών αυτών δεν επέστρεψε πίσω, με την έννοια ότι αγόρασε σπίτια στο νησί κι αποφάσισε να μείνει μόνιμα. Ο αριθμός αυτών των ανθρώπων είναι διασκορπισμένος και δεν υπάρχει ακριβής εικόνα.
Οι όροι της «Νεοαποικιοποίησης», σύμφωνα με όσα εξηγεί ο κ. Κίζος δεν είναι σαφείς. Βεβαίως, αυτό δεν είναι μόνο αρνητικό με την έννοια ότι έχουν αυξηθεί οι δουλειές στα νησιά και στην Πάρο και στην Αντίπαρο. Η ώσμωση με τον ξένο και τον ντόπιο πληθυσμό δημιουργεί αλλαγές και στην καθημερινότητα αλλά ανοίγει και νέα παράθυρα για το μέλλον.
Ο «ξένος», μπορεί να είναι Έλληνας, που ήρθε να εργαστεί π.χ. στα ξενοδοχεία, στα κομμωτήρια, στις τουριστικές επιχειρήσεις ενδύματος του νησιού ή να είναι ο ξένος από χώρες της αλλοδαπής, από την Αλβανία ή τη Μέση Ανατολή ως εργάτης κυρίως στον κατασκευαστικό τομέα. Ταυτόχρονα ο ξένος μπορεί να είναι κι ο Γάλλος ή ο Ιταλός που αγάπησε το νησί κι εργάζεται ως ψηφιακός νομάς ή θέλει να έχει μία μόνιμη κατοικία για διακοπές, ο Έλληνας εκπαιδευτικός, που παντρεύτηκε στο νησί. Ο συνταξιούχος που μπορεί να προέρχεται ακόμη κι από άλλο Κυκλαδονήσι και να προτίμησε την Πάρο για τα γηρατειά του ενώ και ντόπιοι με τη σύνταξη επαναπατρίζονται. Αυτό όμως δεν αποκλείει και τις μαζικές αγορές από ξένα επενδυτικά κεφάλαια.

Η «νεοαποικιοποίηση», εξηγεί ο κ. Κίζος, αλλάζει τα χαρακτηριστικά των δυο νησιών με την έννοια ότι ενισχύονται οι τάσεις για δόμηση, αφού η ζήτηση για κατοικία είναι τεράστια, ενίοτε μπορεί να υπερβαίνει και τη φέρουσα ικανότητα του νησιού, που δεν μπορεί απαραίτητα ν΄ ανταποκριθεί στις υποδομές (π.χ. στην κίνηση τους θερινούς μήνες ή τη χρήση νερού). «Οι νέοι κάτοικοι μπορεί να έχουν καλές προθέσεις, όμως, δεν έχουν απαραίτητα την ίδια άποψη για το νησί με τους ντόπιους», καταλήγει.
Έτσι, κάποιος ο οποίος διαθέτει βίλα στο νησί μπορεί να δυσανασχετεί, αν κοντά του βρίσκεται ένας Παριανός κτηνοτρόφος ή μία ελαιοκομική επιχείρηση. Η τουριστική συνθήκη και οι νέοι κάτοικοι του νησιού συνδιαμορφώνουν τελικά τις νέες συνθήκες ανάπτυξής του και οι μέχρι χθες δραστηριότητες δεν είναι απαραίτητο ότι γίνονται αποδεκτές ενώ αλλάζουν, ηθελημένα ή αθέλητα, με τη σειρά τους τη φυσιογνωμία του παριανού και του αντιπαριώτικου τοπίου, που ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο αγάπησαν αυτά τα νησιά.


















