Newsroom
«Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή προκάλεσε μια νέα δυσμενή εξωτερική διαταραχή της προσφοράς για την Ευρώπη μέσω διαφόρων διαύλων, και κυρίως μέσω των επιπτώσεών του στις αγορές ενέργειας. Ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, η ζώνη του ευρώ αντιμετωπίζει, για άλλη μία φορά, αρνητική επίδραση των όρων εμπορίου, ενώ ταυτόχρονα οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής βρίσκονται μπροστά σε νέα διλήμματα και προκλήσεις».
Τα παραπάνω ανέφερε ο κεντρικός τραπεζίτης Γιάννης Στουρνάρας μιλώντας χθες στην εκδήλωση του Economist Romania Government Roundtable με τίτλο «Θέματα νομισματικής και γενικότερης πολιτικής στη ζώνη του ευρώ στο πλαίσιο της τρέχουσας διαταραχής των τιμών της ενέργειας» εξηγώντας πως η τωρινή κρίση μπορεί να αποδειχθεί δυσκολότερη από εκείνη της περιόδου 2021-22 όπου είχαμε και πάλι έξαρση του πληθωρισμού.
Ο ίδιος τόνισε πως η τρέχουσα γεωπολιτική αστάθεια, με αιχμή τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή και οι διαδοχικές διεθνείς κρίσεις, επιδρούν καθοριστικά στην οικονομία της ευρωζώνης και κατ’ επέκταση στην Ελλάδα, κυρίως μέσω των αναταράξεων στις αγορές ενέργειας. Ως καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, η Ευρώπη υφίσταται επιδείνωση των όρων εμπορίου, γεγονός που μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος για επιχειρήσεις και νοικοκυριά και σε επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας.
Η άνοδος των τιμών της ενέργειας σημείωσε έχει στασιμοπληθωριστικό χαρακτήρα: ενισχύει τον πληθωρισμό, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει την ανάπτυξη.
Οι εκτιμήσεις δείχνουν, ανέφερε, ότι ο πληθωρισμός αυξάνεται βραχυπρόθεσμα, ενώ το ΑΕΠ επηρεάζεται αρνητικά λόγω της μείωσης της αγοραστικής δύναμης, της αβεβαιότητας και της πτώσης της εμπιστοσύνης. Για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου το ενεργειακό κόστος επηρεάζει έντονα την καθημερινότητα και την ανταγωνιστικότητα, οι επιπτώσεις είναι ακόμη πιο αισθητές. Ο κ. Στουρνάρας δεν ανέφερε κάτι για τις τουριστικές προβλέψεις. Όμως τόνισε, πως η νομισματική πολιτική βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα κρίσιμο δίλημμα: πώς να περιορίσει τον πληθωρισμό που προκαλείται από εξωγενείς παράγοντες, χωρίς να επιβαρύνει περαιτέρω την ανάπτυξη.
Σε αντίθεση με την περίοδο 2021-2022, εξήγησε, όπου οι πληθωριστικές προσδοκίες παρέμειναν συγκρατημένες, σήμερα υπάρχει αυξημένος κίνδυνος οι πολίτες και οι επιχειρήσεις να προσαρμόσουν ταχύτερα τη συμπεριφορά τους, λόγω της πρόσφατης εμπειρίας υψηλού πληθωρισμού. Αυτό αυξάνει τον κίνδυνο δευτερογενών επιδράσεων, όπως η άνοδος μισθών και τιμών, που μπορεί να παγιώσουν τον πληθωρισμό.
Παράλληλα, είπε, η αξιοπιστία των κεντρικών τραπεζών δοκιμάζεται, καθώς οι επαναλαμβανόμενες γεωπολιτικές κρίσεις ενισχύουν την αντίληψη ότι ο πληθωρισμός δεν ελέγχεται πλήρως από τη νομισματική πολιτική. Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα καλείται να αντιδράσει έγκαιρα, εφόσον διαπιστωθούν ενδείξεις αποσταθεροποίησης των προσδοκιών.
Σημείωσε ωστόσο, πως σε σχέση με το παρελθόν, η ευρωζώνη ξεκινά από πιο ισχυρή βάση: ο πληθωρισμός βρίσκεται κοντά στον στόχο του 2%, τα επιτόκια είναι ήδη σε ουδέτερα επίπεδα και η οικονομία εμφανίζει σχετική ανθεκτικότητα. Αυτό δίνει περιθώρια ευελιξίας στη χάραξη πολιτικής, αν και η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή.
Για την Ελλάδα, υποστήριξε, η γεωπολιτική αστάθεια αναδεικνύει την ανάγκη επιτάχυνσης της ενεργειακής μετάβασης και μείωσης της εξάρτησης από εισαγόμενα καύσιμα. Η ενίσχυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και των υποδομών αποθήκευσης καθίσταται κρίσιμη για τη θωράκιση της οικονομίας απέναντι σε εξωτερικούς κλυδωνισμούς.
Ταυτόχρονα, σημείωσε, οι αδυναμίες της ευρωπαϊκής οικονομικής αρχιτεκτονικής, όπως ο κατακερματισμός των αγορών και η έλλειψη κοινής δημοσιονομικής πολιτικής, περιορίζουν την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής. Η εμβάθυνση της τραπεζικής ένωσης, η ενίσχυση των κεφαλαιαγορών και η προώθηση κοινών ευρωπαϊκών εργαλείων χρηματοδότησης, όπως τα ευρωομόλογα, μπορούν να ενισχύσουν τη συνοχή και την ανθεκτικότητα της Ένωσης.
Τέλος, η ανάγκη για συντονισμένη ευρωπαϊκή δράση, τόνισε, είναι πιο επιτακτική από ποτέ. Πρωτοβουλίες για ενίσχυση της άμυνας, της βιομηχανικής πολιτικής και των επενδύσεων σε στρατηγικούς τομείς μπορούν να μειώσουν την εξάρτηση από εξωτερικούς παράγοντες και να ενισχύσουν τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης.
Συνολικά, η γεωπολιτική αστάθεια λειτουργεί ως καταλύτης εξελίξεων, πιέζοντας την Ελλάδα και την Ευρώπη να επιταχύνουν μεταρρυθμίσεις και να ενισχύσουν την ανθεκτικότητά τους, ώστε να ανταποκριθούν σε ένα διαρκώς μεταβλητό κι αβέβαιο διεθνές περιβάλλον.

















