Της Άννας Στεργίου
Σύσκεψη στο Μαξίμου σήμερα στις 12 το μεσημέρι υπό τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, με αντικείμενο την Ανώτατη Σχολή Παραστατικών Τεχνών (ΑΣΠΤ). Την έντονη διαφωνία τους για το θέμα της ίδρυσης Ανώτατης Σχολής Παραστατικών Τεχνών εξέφρασαν πανεπιστημιακοί δάσκαλοι αλλά και εκπρόσωποι των κομμάτων της αντιπολίτευσης.
Σύμφωνα με το νομοσχέδιο που ψηφίστηκε την περασμένη εβδομάδα η Α.Σ.Π.Τ. θα έχει τα εξής Τμήματα:
α) Δραματικής Τέχνης και Σκηνοθεσίας με την ονομασία «Τμήμα Δραματικής Τέχνης Εθνικού Θεάτρου»
β) Ορχηστικής Τέχνης με την ονομασία «Τμήμα Ορχηστικής Τέχνης Εθνικής Λυρικής Σκηνής»
γ) Ορχηστικής Τέχνης με την ονομασία «Τμήμα Ορχηστικής Τέχνης Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης»
δ) Δραματικής Τέχνης με την ονομασία «Τμήμα Δραματικής Τέχνης Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος» και
ε) Μουσικής Τέχνης με την ονομασία «Τμήμα Μουσικής Τέχνης Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης».
Οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι από τη Συσπείρωση εξέφρασαν τη βαθιά τους ανησυχία όχι μόνο για το περιεχόμενό του, αλλά και για τις πρωτοφανείς διαδικασίες χωρίς την παραμικρή διαβούλευση με την ακαδημαϊκή κοινότητα. Όπως ανέφεραν, από την αρχή της διαδικασίας, οι εκπρόσωποι των καλλιτεχνικών Τμημάτων των ελληνικών πανεπιστημίων αποκλείστηκαν συστηματικά από κάθε ουσιαστική συμμετοχή.
Παρά τα επανειλημμένα και επίμονα διαβήματά τους, τόνισαν, δεν κλήθηκαν να συμμετάσχουν ούτε στην Ομάδα Εργασίας του Υπουργείου Πολιτισμού που συγκροτήθηκε τον Ιανουάριο του 2026 για τη διαμόρφωση εθνικής πολιτικής στην καλλιτεχνική εκπαίδευση, ούτε στην αντίστοιχη ομάδα του Υπουργείου Παιδείας για τη διαβάθμιση των τίτλων σπουδών. Επιπλέον, πως δεν δόθηκε ποτέ στη δημοσιότητα η μελέτη σκοπιμότητας για την ίδρυση του νέου ιδρύματος, η οποία κόστισε 37.200 ευρώ.
Ανώτατο Ίδρυμα σε διαφορετικές γεωγραφικές περιφέρειες
Σημείωσαν πως η πρόβλεψη για ένα ανώτατο ίδρυμα με εγκαταστάσεις σε δύο γεωγραφικά απομακρυσμένες και μη όμορες περιφέρειες συνιστά πρωτοφανή απόκλιση από τη μέχρι σήμερα λογική οργάνωσης του ακαδημαϊκού χάρτη. Τα ελληνικά πανεπιστήμια έχουν αναπτυχθεί σε συνάρτηση με τις περιφέρειες στις οποίες εδρεύουν, συμβάλλοντας καθοριστικά στην τοπική ανάπτυξη και συνοχή.
Η επιλογή αυτή, ανέφεραν, όχι μόνο ανατρέπει αυτή την αρχή, αλλά δημιουργεί και συνθήκες συνειδητής υποβάθμισης και υπονόμευσης εις βάρος των υπολοίπων ΑΕΙ, τα οποία δεσμεύονται από σαφείς γεωγραφικούς περιορισμούς.
Ταυτόχρονα, η διακηρυγμένη «διακαλλιτεχνικότητα» του εγχειρήματος, υποστήριξαν, ακυρώνεται στην πράξη, όταν Τμήματα του ίδιου ιδρύματος τοποθετούνται σε πόλεις που απέχουν μεταξύ τους 500 χιλιόμετρα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις προβλέπεται η συνύπαρξη ομοειδών Τμημάτων στην ίδια πόλη χωρίς προφανή ακαδημαϊκή ή χωροταξική λογική.
Το νέο ΑΕΙ και τα ζητήματα που δημιουργούνται
Αντί να εξεταστούν λύσεις που θα ενίσχυαν το ήδη υπάρχον πανεπιστημιακό οικοσύστημα, όπως λένε οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, επιλέχθηκε η δημιουργία ενός εξ ολοκλήρου νέου ιδρύματος, χωρίς να αξιολογηθεί σοβαρά η δυνατότητα ένταξης υφιστάμενων καταξιωμένων καλλιτεχνικών σχολών – όπως εκείνων του Εθνικού Θεάτρου, της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης, του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος ή του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης – σε ήδη λειτουργούντα πανεπιστήμια που διαθέτουν σχετική εμπειρία και υποδομές.
Μια τέτοια προσέγγιση, ανέφεραν, οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, θα επέτρεπε την ομαλή ακαδημαϊκή ενσωμάτωση, τη βέλτιστη αξιοποίηση πόρων και τη θεσμική κατοχύρωση του ανθρώπινου δυναμικού, προσφέροντας ταυτόχρονα σαφείς προοπτικές εξέλιξης τόσο για το διδακτικό προσωπικό όσο και για τους σπουδαστές αυτών των σχολών.
Ανησυχίες και για την επιλογή διδασκόντων
Οι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι εξέφρασαν τις ανησυχίες τους και για την επιλογή διδακτικού προσωπικού. Το νομοσχέδιο, ανέφεραν, φαίνεται να αντιμετωπίζει την ανώτατη καλλιτεχνική εκπαίδευση ως πεδίο χωρίς ήδη διαμορφωμένα ακαδημαϊκά δεδομένα, αγνοώντας ότι τα σχετικά Τμήματα λειτουργούν στην Ελλάδα εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες και έχουν αναδείξει μεγάλο αριθμό αποφοίτων με υψηλά προσόντα, εντός και εκτός χώρας.
«Μέλη ΔΕΠ, χωρίς βασικό πανεπιστημιακό τίτλο»
Παρά ταύτα, εισάγεται η δυνατότητα εκλογής μελών ΔΕΠ χωρίς ακόμη και βασικό πανεπιστημιακό τίτλο, υπερβαίνοντας ακόμη και τις ήδη υφιστάμενες εξαιρέσεις του νομικού πλαισίου. Η πρόβλεψη αυτή, σε συνδυασμό με τη συμμετοχή εξωθεσμικών παραγόντων στα εκλεκτορικά σώματα και τη θεσμοθέτηση ενός ισχυρού καλλιτεχνικού συμβουλίου με αποφασιστικές αρμοδιότητες, δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα ως προς τη διαφάνεια, την αξιοκρατία και την ισονομία των διαδικασιών.
Οι μεταβατικές ρυθμίσεις, που επιτρέπουν για περιορισμένο χρονικό διάστημα ακόμη λιγότερα τυπικά προσόντα, εντείνουν περαιτέρω αυτές τις ανησυχίες. Αντίστοιχα προβληματικές είναι και οι ρυθμίσεις για τον αριθμό εισακτέων. Η πρόβλεψη για εξαιρετικά μικρό αριθμό φοιτητών ανά Τμήμα δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τη βιωσιμότητα και την ακαδημαϊκή δυναμική των προγραμμάτων σπουδών, ενώ η ταυτόχρονη πρόβλεψη για σημαντικά μεγαλύτερο αριθμό εισακτέων σε συγκεκριμένο Τμήμα της ίδιας Σχολής καταδεικνύει έλλειψη ενιαίας λογικής σχεδιασμού.
Σε κάθε περίπτωση το νέο ΑΕΙ έγινε νόμος του κράτους αλλά μέχρι στιγμής δεν έχουν διευκρινιστεί όλες οι λεπτομέρειες λειτουργίας του, ενώ το επόμενο διάστημα αναμένεται να βγουν οι εφαρμοστικές αποφάσεις.

















