Ο πλέον πολύ-φωτογραφημένος παριανός τις τελευταίες δεκαετίες ήταν ο μπάρμπα – Μήτσος Μαύρης, που με το γαϊδουράκι του, τη «Μαριγούλα», γυρνούσε τους δρόμους της Παροικιάς και πουλούσε τα κηπευτικά προϊόντα του. Η εντύπωση που προκαλούσε ήταν μοναδική και οι παραθεριστές του νησιού μας έβλεπαν σε εκείνον τη ζωντανή παράδοση του τόπου.
Μετά τον θάνατό του τα μόνα τετράποδα που έχω δει είναι 3-4 άλογα σ’ ένα χωράφι που γειτνιάζει με την περιφερειακή οδό της Παροικιάς. Όποτε περνάω από εκεί και τα βλέπω, συνήθως τα καλοκαίρια, τα καμαρώνω πραγματικά.
Η Πάρος έχει πάρει μία άλλη πορεία κι αυτό είναι φυσικό, καθώς βρισκόμαστε στον 21ο αιώνα και φαίνεται ότι οι ρίζες μας λησμονιούνται πολύ γρήγορα, ενώ ορισμένοι στραβομουτσουνιάζουν όταν βλέπουν τα συμπαθή τετράποδα. Υπάρχει όμως ένα ζήτημα. Σε λίγα χρόνια τι διαφορά θα έχει η Πάρος από τις μεγαλουπόλεις;
Εντάξει, φαντάζομαι ότι ουρανοξύστες και πολυκατοικίες δε θα γίνουν, εκτός βέβαια κι αν αλλάξει το Τοπικό Πολεοδομικό Σχέδιο… Φαντάζομαι, όμως, ότι η ανάγκη κι άλλων νέων κατοικιών θα υπάρξει για όσο χρονικό διάστημα κρατάει ακόμα ο τουρισμός. Άρα, όλο και λιγότερα χωράφια και ελεύθερη Γη θα υπάρχει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο πρωτογενής τομέας θα συρρικνωθεί ακόμα περισσότερο στην Πάρο. Ένας τομέας άλλωστε, που από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 συνεχώς μειώνεται.
Συνομιλώντας με ηλικιωμένους παριανούς για την περίοδο του Β’ παγκοσμίου πολέμου, μου έλεγαν ότι γενικά στην Πάρο δεν πείνασαν όπως στις περισσότερες περιοχές της χώρας μας, μιας και εκείνη την εποχή το νησί είχε σχετική αυτάρκεια αγαθών λόγω των καλλιεργειών. Σήμερα, αν υπάρξει θαλασσοταραχή και έχουμε απαγορευτικό απόπλου από τον Πειραιά, σε 2-3 ημέρες μένουμε από γάλα συν δεκάδες άλλα πράγματα! Έχω την εντύπωση, δε, ότι αν δεν υπήρχε ο Αγροτικός Συνεταιρισμός, ούτε ντόπιο τυρί ποιότητας θα υπήρχε…
Το αστείο της υπόθεσης είναι ότι οι λίγοι που συνεχίζουν να ασχολούνται με τη Γη ή με την κτηνοτροφία και μόνιμη εργασία έχουν αλλά κι ένα καλό σχετικό κέρδος βγάζουν -αν και σε αυτές τις δουλειές λόγω της κόπωσης που υπάρχει- ουσιαστικά δεν πληρώνονται αυτό που πραγματικά αξίζει η εργασία τους.
Το μεγαλύτερο όμως ζήτημα είναι ότι τα τοπικά προϊόντα δεν τυγχάνουν της μέριμνας που πρέπει, αλλά και από πολλά καταστήματα εστίασης στο νησί απουσιάζουν εντελώς.
Έτσι, μπορείς π.χ. να πιεις παριανό κρασί σε όλη την Ευρώπη σχεδόν, αλλά να το πεις στην Πάρο δεν είναι και τόσο συνηθισμένο, αφού δύσκολα θα το βρεις στον τιμοκατάλογο.
Η εκδήλωση, εκ νέου των ξενοδόχων του νησιού μας, για το «παριανό πρωινό» (που παρουσιάζουμε στην πρώτη σελίδα μας) και η προσπάθειά τους να συνδέσουν τον πρωτογενή τομέα της Πάρου με τον τουρισμό, μόνο τυχαία δεν είναι.
Βλέπετε είναι οι πρώτοι που γνωρίζουν ότι η γευσιγνωσία είναι πολιτισμός και καταλαβαίνουν ότι το να προσφέρεις σ’ έναν τουρίστα κρασί από τη Μαγιόρκα ή μπιφτέκι με κιμά Αργεντινής, το μόνο που καταφέρνεις στο τέλος είναι η ανυπαρξία σου στον γαστρονομία…



















