Μέσα από ένα δίκτυο καλωδίων, που φτάνει σε βάθος µεγαλύτερο από 500 µέτρα, µεταφέρθηκαν την προηγούµενη εβδοµάδα τα πρώτα ηλεκτρικά φορτία από το ηπειρωτικό σύστηµα στη Σαντορίνη.
Ήταν η πρώτη επιτυχής δοκιµαστική ηλέκτριση του νησιού και όχι ακόµη η πλήρης λειτουργία της διασύνδεσης, που τοποθετείται στις αρχές του φθινοπώρου, όταν θα ολοκληρωθούν οι έλεγχοι του εξοπλισµού και θα µπορεί η Θήρα να τροφοδοτείται κανονικά από το δίκτυο υψηλής τάσης.
Μέχρι το τέλος του έτους προγραµµατίζεται να ακολουθήσουν οι Φολέγανδρος, Μήλος και Σέριφος.
Η λογική, απλή: το ρεύµα περνά κάτω από τη θάλασσα και φθάνει στο νησί. Πίσω της βρίσκεται ένα δίκτυο 294 χλµ. υποβρύχιων και υπόγειων καλωδίων εναλλασσόµενου ρεύµατος, τάσης 150 kV, 4 νέοι ψηφιακοί υποσταθµοί και ένα ειδικό σύστηµα που κρατά σταθερή την τάση. Αυτό είναι το τεχνικό αποτύπωµα της τέταρτης και τελευταίας φάσης της διασύνδεσης των Κυκλάδων, προϋπολογισµού 385,7 εκατ. ευρώ.
Την πρώτη ηλέκτριση της Σαντορίνης γνωστοποίησε µέσω LinkedIn η Χριστίνα Χουλιάρα, στέλεχος του Οµίλου Κοπελούζου. Τον Υποσταθµό Υψηλής Τάσης του νησιού κατασκεύασε η κοινοπραξία Damco Energy – Xian Electric Engineering.
Ο υποσταθµός είναι το σηµείο στο οποίο καταλήγει το καλώδιο µεταφοράς και από το οποίο το ρεύµα διοχετεύεται, µέσω του δικτύου διανοµής, σε σπίτια, ξενοδοχεία και επιχειρήσεις.
Η ∆΄ Φάση δεν στηρίζεται σε µία µοναδική γραµµή: το τµήµα Σαντορίνη – Νάξος, η πόντιση του οποίου ολοκληρώθηκε το 2022, συνδέει τη Θήρα µε το ήδη διασυνδεδεµένο δίκτυο των κεντρικών Κυκλάδων.
Από την άλλη πλευρά, η διαδροµή Σαντορίνη – Φολέγανδρος – Μήλος – Σέριφος – Λαύριο δηµιουργεί δεύτερο δρόµο προς την Αττική. Οι ποντίσεις Λαύριο – Σέριφος και Σέριφος – Μήλος είχαν ολοκληρωθεί το 2024, ενώ τα τµήµατα Μήλος – Φολέγανδρος και Φολέγανδρος – Σαντορίνη ακολούθησαν το 2025.
Σε καθένα από τα τέσσερα νησιά κατασκευάστηκε πλήρως ψηφιοποιηµένος υποσταθµός κλειστού τύπου GIS. Στη Σαντορίνη εγκαταστάθηκε επιπλέον σύστηµα αυτόµατης αντιστάθµισης αέργου ισχύος, γνωστό ως SVC.
Ο ρόλος του, συγκεκριµένος: απορροφά ή παρέχει άεργο ισχύ, ανάλογα µε τις συνθήκες του συστήµατος, ώστε να διατηρεί την τάση στα επιτρεπτά επίπεδα και να αντιµετωπίζει τις µεταβολές που προκαλούν τα µεγάλα µήκη υποβρύχιων καλωδίων.
Από τα 385,7 εκατ. ευρώ του έργου, τα 164,5 εκατ. αποτελούν κοινοτικούς πόρους του Ταµείου Ανάκαµψης. Στη χρηµατοδότηση συµµετέχει επίσης η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, µέσω απ’ ευθείας δανειακής σύµβασης 157 εκατ. ευρώ και δεύτερης σύµβασης 108,44 εκατ. ευρώ που υποστηρίχθηκε µε πόρους του Ταµείου Ανάκαµψης.
Ο συνολικός κύκλος των διασυνδέσεων των Κυκλάδων ξεπερνά τα 800 εκατ. ευρώ. Από το 2018 έχουν συνδεθεί απ’ ευθείας στην υψηλή τάση η Σύρος, η Πάρος και η Μύκονος, ενώ το 2020 ακολούθησε η Νάξος και ολοκληρώθηκαν οι αναβαθµίσεις των γραµµών Εύβοιας – Ανδρου και Ανδρου – Τήνου.
Με τη νέα φάση, ο Α∆ΜΗΕ υπολογίζει ότι δηµιουργείται δυνατότητα ανάπτυξης επιπλέον 332 MW µονάδων ΑΠΕ στις Κυκλάδες.
Αυτό είναι το συγκεκριµένο «πράσινο» κέρδος: όχι αποκλειστική τροφοδοσία από ΑΠΕ, αλλά υποκατάσταση της τοπικής πετρελαϊκής παραγωγής και νέος χώρος για ανανεώσιµη ενέργεια.
Οι πετρελαϊκές µονάδες δεν καταργούνται αυτοµάτως. Ο σχεδιασµός προβλέπει σταδιακή απόσυρση, αφού προηγηθεί περίοδος λειτουργίας της διασύνδεσης, και διατήρηση συγκεκριµένης τοπικής ισχύος σε εφεδρεία για σοβαρές βλάβες ή ταυτόχρονη απώλεια καλωδίων.
Στο ∆εκαετές Πρόγραµµα 2022-2031 είχε αποτυπωθεί για τη Θήρα ενδεικτική ανάγκη διατήρησης 50 MW ως εφεδρεία έκτακτης ανάγκης.
Το οικονοµικό όφελος προκύπτει από την υποκατάσταση της ακριβής παραγωγής µε πετρέλαιο, η διαφορά κόστους της οποίας καλύπτεται από τις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας.
Σύµφωνα µε τους υπολογισµούς του Α∆ΜΗΕ, η πλήρης διασύνδεση των Κυκλάδων και η διπλή διασύνδεση της Κρήτης θα µειώνουν τις απαιτούµενες ΥΚΩ κατά περίπου 550 εκατ. ευρώ ετησίως την περίοδο 2026- 2030.
Με την ένταξη ∆ωδεκανήσων και Βόρειου Αιγαίου από το 2031, η ετήσια εξοικονόµηση εκτιµάται ότι θα φθάσει τα 1 δισ. ευρώ. Συνυπολογίζοντας τις Χρεώσεις Χρήσης Συστήµατος, ο ∆ιαχειριστής εκτιµά το καθαρό όφελος της περιόδου 2026-2034 σε 3,7 δισ. ευρώ, ή 416 εκατ. ευρώ κατά µέσον όρο τον χρόνο.
Ιωάννα Κωσταδήμα



















