Έξι μήνες αφού οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν επιδρομές εναντίον του Ιράν, ο πόλεμος, που ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει αποκαλέσει μια «μικρή εκδρομή», έχει γίνει ένα τέλμα που πλήττει την παγκόσμια οικονομία.
Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς, παρουσίασε μία εξάμηνη οικονομική ανασκόπηση του κόστους των έξι φάσεων του πολέμου, σε Ελλάδα και Ευρώπη:
«Το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς από το γεγονός ότι ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο συμπληρώνει σε διάρκεια τον έκτο μήνα, συγκέντρωσε τα διαθέσιμα στοιχεία από την ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ ΔΟΕ, Eurostat και ΕΛΣΤΑΤ, ώστε να κάνει μια οικονομική ανασκόπηση και μια εκτίμηση του κόστους για την Ελλάδα και την ΕΕ. Κατά τη διάρκεια των 6 μηνών καταγράψαμε ένα χρονοδιάγραμμα 6 διαφορετικών φάσεων και διακυμάνσεων κλιμάκωσης και αποκλιμάκωσης του πολέμου, σύμφωνα με το συνημμένο ΑΙ γράφημα.

Για άλλη μια φορά επιβεβαιώνεται, ότι μια παρατεταμένη γεωπολιτική κρίση δεν περιορίζεται στα πεδία των συγκρούσεων, αλλά μεταφέρεται γρήγορα στις αγορές ενέργειας, στις θαλάσσιες μεταφορές, στον πληθωρισμό, στην κατανάλωση και τελικά, στον ρυθμό ανάπτυξης.
Για την ΕΕ και την Ελλάδα, το εξάμηνο αυτό μπορεί να αποτιμηθεί ως μια νέα ενεργειακή και εμπορική διαταραχή, ίσως μικρότερη από την κρίση του 2022, αλλά αρκετά σοβαρή, ώστε να ανατρέψει τις αρχικές οικονομικές προβλέψεις για το 2026.
Η πρώτη και άμεση επίπτωση ήταν η άνοδος του ενεργειακού κόστους. Ο δραστικός περιορισμός των διελεύσεων από τα Στενά του Ορμούζ οδήγησε σε άνοδο των τιμών του αργού πετρελαίου, των καυσίμων και του φυσικού αερίου.
Τον Ιούλιο, οι διεθνείς τιμές παρέμεναν περίπου 30% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου, παρότι είχαν υποχωρήσει από τις ακραίες τιμές των πρώτων εβδομάδων.
Για την ΕΕ, η κεντρική εκτίμηση του πρόσθετου ενεργειακού λογαριασμού με τη συμπλήρωση του 6μήνου ανέρχεται περίπου στα 85 δισ. ευρώ. Πρόκειται για χρήματα που μεταφέρονται εκτός της ευρωπαϊκής οικονομίας για την αγορά ουσιαστικά των ίδιων και μικρότερων ποσοτήτων ενέργειας σε υψηλότερες τιμές.
Η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης έχει αλλάξει μορφή μετά το 2022, αλλά δεν έχει εξαλειφθεί. Η μεγαλύτερη προσφυγή στο LNG μείωσε την εξάρτηση από τους ρωσικούς αγωγούς, αύξησε όμως την έκθεση της Ευρώπης στις παγκόσμιες ναυτιλιακές διαδρομές και στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών.
Η δεύτερη επίπτωση αφορά στην ανάπτυξη της οικονομίας. Η ΕΕ αναθεώρησε προς τα κάτω την πρόβλεψη ανάπτυξής της για το 2026, στο 1,1%, ενώ η νέα ενεργειακή διαταραχή θεωρείται βασικός παράγοντας της επιβράδυνσης. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι ο πόλεμος μπορεί να αφαιρέσει περίπου 0,5% από το ΑΕΠ της Ευρωζώνης μέσα σε δύο χρόνια.
Με βάση αυτές τις αναθεωρήσεις, η απώλεια κύκλου εργασιών της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας στην ΕΕ το εξάμηνο προσεγγίζει τα 30 δισ. ευρώ. Η ζημία προκύπτει από την υποχώρηση της κατανάλωσης, την αναβολή επενδύσεων, το αυξημένο κόστος παραγωγής και τη μειωμένη ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
Παράλληλα, ο πληθωρισμός συνεχίζει να αποτελεί βασική απειλή. Η ΕΚΤ προβλέπει ότι ο πληθωρισμός θα κορυφωθεί περίπου στο 3% κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2026, κυρίως λόγω της άμεσης μετακύλισης των υψηλότερων τιμών πετρελαίου στα καύσιμα, τα τρόφιμα και τα γεωργικά προϊόντα.
Η πληθωριστική επιβάρυνση για την ευρωπαϊκή οικονομία εκτιμάται περίπου στα 25 δισ. ευρώ, μέσω της απώλειας αγοραστικής δύναμης και της αύξησης του λειτουργικού κόστους.
Επιπλέον, τα ακριβότερα ναύλα, τα ασφάλιστρα πολεμικού κινδύνου, οι καθυστερήσεις και η ανάγκη διατήρησης υψηλότερων αποθεμάτων προσθέτουν περίπου 15 δισ. ευρώ στο κόστος των μεταφορών των εφοδιαστικών αλυσίδων.
Άλλα 15 δισ. ευρώ αποδίδονται κατά προσέγγιση στο δημοσιονομικό κόστος. Μόνο τα μέτρα ενεργειακής στήριξης, που είχαν ανακοινώσει τα κράτη-μέλη έως τον Μάιο έφθαναν τα 14,5 δισ. ευρώ.
Συνολικά, η ακαθάριστη οικονομική επιβάρυνση για την ΕΕ με τη συμπλήρωση του εξαμήνου εκτιμάται στα 145 δισ. ευρώ. Το ποσό δεν αποτελεί άμεση απώλεια ΑΕΠ, καθώς περιλαμβάνει πρόσθετες δαπάνες, απώλεια εισοδήματος και μακροοικονομικές επιπτώσεις. Αποτελεί, ωστόσο, μια αξιόπιστη τάξη μεγέθους του συνολικού κόστους του εξαμήνου, από τέλος Φεβρουαρίου έως τέλος Αυγούστου.
Για την Ελλάδα, το κόστος εκτιμάται πως στο εξάμηνο θα κυμανθεί στα 3 δισ. ευρώ. Από αυτά, περίπου 1,5 δισ. ευρώ αφορούν τον πρόσθετο ενεργειακό λογαριασμό, 600 εκατ. ευρώ την απώλεια τζίρου, 500 εκατ. ευρώ το κόστος μεταφορών και εφοδιασμού και 400 εκατ. ευρώ τη δημοσιονομική επιβάρυνση.
Η πληθωριστική πίεση υπολογίζεται κοντά στο 1 δισ. ευρώ, αλλά δεν προστίθεται αυτοτελώς στο συνολικό ποσό, επειδή μέρος της έχει ήδη ενσωματωθεί στο ενεργειακό και επιχειρηματικό κόστος.
Η ελληνική οικονομία συνέχισε να αναπτύσσεται, με το ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 2% το α’ εξάμηνο του 2026 και με τον πληθωρισμό να αποκλιμακώνεται από τα επίπεδα του 3,9% τον Ιούνιο, σε 2,7% τον Ιούλιο. Ωστόσο, η ακρίβεια δεν σταμάτησε να περιορίζει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και να αυξάνει την πίεση ρευστότητας στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Η ναυτιλία για την Ελλάδα αποτελεί μια ειδική περίπτωση. Αφενός, η ακτοπλοΐα μας σίγουρα πλήττεται από τις τιμές των ναυτιλιακών καυσίμων. Αφετέρου, η ελληνόκτητη ποντοπόρος ναυτιλία επωφελείται από υψηλότερους ναύλους, παρά την αύξηση των κινδύνων, τα ασφάλιστρα, το κόστος καυσίμων και τη διάρκεια των ταξιδιών.
Τα ναυτιλιακά έσοδα δεν αντισταθμίζουν βεβαίως την επιβάρυνση που υφίστανται η βιομηχανία, το εμπόριο, οι μεταφορές, ο τουρισμός, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά».
Γιάννης Μακρογιαννέλης



















