Η διαφωνία είναι αναπόσπαστο στοιχείο κάθε δημοκρατικής κοινωνίας.
Από τη «σύγκρουση» των απόψεων γεννιούνται καλύτερες ιδέες και νέες θεωρήσεις των ζητημάτων, αρκεί οι συμμετέχοντες να έχουν ως κοινό στόχο την αναζήτηση της αλήθειας και όχι την επιβεβαίωση του εγώ τους ή διάφορες άλλες σκοπιμότητες.
Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου η διαφωνία δεν οφείλεται στην ύπαρξη δύο εξίσου τεκμηριωμένων προσεγγίσεων.
Συμβαίνει κάποιος να έχει αφιερώσει πολύ χρόνο στη μελέτη ενός ζητήματος, να έχει εξετάσει το σύνολο σχεδόν των διαθέσιμων επιστημονικών δεδομένων και να γνωρίζει πώς προέκυψαν τα σχετικά συμπεράσματα.
Από την άλλη πλευρά, κάποιος άλλος μπορεί να διαθέτει αποσπασματική ή επιφανειακή γνώση, αλλά να εκφράζει την άποψή του με την ίδια βεβαιότητα. Το ενδιαφέρον δεν βρίσκεται τόσο στην λανθασμένη εκτίμηση. Όλοι κάνουμε λάθη.
Το ουσιαστικό πρόβλημα αρχίζει όταν παρουσιάζονται τεκμηριωμένα στοιχεία και, παρ’ όλα αυτά, η θέση δεν αναθεωρείται. Η ψυχολογία έχει περιγράψει αρκετούς μηχανισμούς που μπορούν να εξηγήσουν αυτή τη στάση.
Ένας από αυτούς είναι η δυσκολία του ανθρώπου να παραδεχθεί ότι έκανε λάθος, επειδή η παραδοχή αυτή βιώνεται ως προσωπική ήττα και όχι ως φυσιολογικό μέρος της μάθησης. Ένας άλλος είναι η τάση να αναζητούμε μόνο τις πληροφορίες που επιβεβαιώνουν όσα ήδη πιστεύουμε, απορρίπτοντας όσες μας διαψεύδουν.
Συχνά λειτουργεί και η υπερβολική αυτοπεποίθηση, όπου η περιορισμένη γνώση δημιουργεί την ψευδαίσθηση της πλήρους κατανόησης ενός σύνθετου ζητήματος.
Υπάρχουν βέβαια και περιπτώσεις όπου η επιμονή δεν οφείλεται σε γνωστικές αδυναμίες αλλά σε πολιτικές ή επικοινωνιακές σκοπιμότητες. Δεν είναι πάντα δυνατό να γνωρίζουμε ποιο από όλα συμβαίνει. Γι’ αυτό και δεν είναι σωστό να αποδίδουμε εύκολα κίνητρα στους άλλους. Εκείνο που μπορούμε να αξιολογήσουμε είναι το αποτέλεσμα. Και το αποτέλεσμα είναι ότι όταν ο δημόσιος διάλογος εγκλωβίζεται σε δευτερεύουσες ή λανθασμένες αντιπαραθέσεις, οι πολίτες απομακρύνονται από τα ουσιαστικά αίτια των προβλημάτων.
Το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τις πολιτικές επιλογές, τους θεσμούς και τα οργανωμένα συμφέροντα σε εύκολες εξηγήσεις ή προσωπικές αντιπαραθέσεις. Έτσι, αντί να βλέπουμε το «δάσος», εγκλωβιζόμαστε στο «δέντρο».
Οι προεκλογικές περίοδοι συχνά εντείνουν αυτό το φαινόμενο. Η ανάγκη για πολιτική αντιπαράθεση ευνοεί τις απλουστεύσεις και τις απόλυτες βεβαιότητες. Μετά τις εκλογές, όμως, η αξία μιας κοινωνίας φαίνεται από την ικανότητά της να επιστρέφει στα πραγματικά ερωτήματα…
Ποιες κεντρικές πολιτικές αποφάσεις οδήγησαν σε συγκεκριμένα αποτελέσματα και ποιοι τοπικοί παράγοντες «υποκρινόμενοι τότε» τις υπηρετούν τώρα.


















