Newsroom
Υπέρ του νομοσχεδίου περί ίσων αμοιβών γυναικών – ανδρών τάσσεται ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΣΕΤΕ) αλλά ζητεί με υπόμνημά του προς την Επιτροπή Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής να μην επιβαρυνθούν οι τουριστικές επιχειρήσεις – και ειδικά οι μικρές – με νέα διοικητικά βάρη.
Πρόκειται για το σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης με τίτλο: «Ενίσχυση της εφαρμογής της ισότητας της αμοιβής μεταξύ ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία ίσης αξίας και λοιπές διατάξεις – Ενσωμάτωση Οδηγίας (Ε.Ε.) 2023/970 – Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις».
Υπολογίζεται οικονομικά πως το χάσμα αποδοχών ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες στην Ελλάδα είναι κοντά στο 13,6% και το νομοσχέδιο έρχεται να ενσωματώσει μετά από τρία χρόνια την Κοινοτική Οδηγία 2023/970.
Για του λόγου το αληθές, ο ΣΕΤΕ, στις παρατηρήσεις του επί του σχεδίου νόμου για την εφαρμογή της ισότητας αμοιβών μεταξύ ανδρών και γυναικών, αναγνωρίζει ότι η αρχή της ίσης αμοιβής για όμοια εργασία ή εργασία ίσης αξίας αποτελεί θεμελιώδη αρχή του ευρωπαϊκού δικαίου και αναγκαία προϋπόθεση για δίκαιες εργασιακές σχέσεις.
Σημειώνει ότι ο τουριστικός κλάδος υποστηρίζει διαχρονικά την ισότητα των φύλων και επισημαίνει τον σημαντικό ρόλο του στην απασχόληση των γυναικών, ιδιαίτερα στον ξενοδοχειακό τομέα, όπου οι γυναίκες αποτελούν την πλειονότητα των εργαζομένων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον ρόλο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ως βασικού μηχανισμού διασφάλισης της ίσης μεταχείρισης και της αποτροπής μισθολογικών διακρίσεων.
Οι συμβάσεις αυτές καθορίζουν κοινά και αντικειμενικά κριτήρια αμοιβών, εξασφαλίζοντας ίδιες αποδοχές για ίδιες ή ισοδύναμες θέσεις εργασίας. Θετικά αξιολογείται επίσης η πρόβλεψη του άρθρου 27, σύμφωνα με την οποία, όταν εφαρμόζονται συλλογικές συμβάσεις με ουδέτερα ως προς το φύλο κριτήρια, τεκμαίρεται η απουσία αδικαιολόγητων μισθολογικών διαφορών.
Ωστόσο, ο ΣΕΤΕ εκφράζει έντονο προβληματισμό για τα αυξημένα διοικητικά βάρη που επιβάλλουν οι νέες διαδικασίες. Η υποχρέωση εκτενούς τεκμηρίωσης των αμοιβών, η διαχείριση αιτημάτων πληροφόρησης και η περιοδική υποβολή αναφορών αυξάνουν, όπως τονίζει, σημαντικά τη γραφειοκρατία και το κόστος συμμόρφωσης.
Το πρόβλημα εκτιμάται ότι θα επηρεάσει ιδιαίτερα τις μικρότερες επιχειρήσεις με περιορισμένους πόρους, γεγονός που μπορεί να επιβαρύνει τη λειτουργία και την ανταγωνιστικότητά τους. Ο ΣΕΤΕ υποστηρίζει ότι η εφαρμογή της Οδηγίας πρέπει να ενισχύει την ισότητα χωρίς να δημιουργεί δυσανάλογες επιβαρύνσεις για τις επιχειρήσεις.






















