Σύλληψη Μπιζά: Ο αποπροσανατολισμός δεν μπορεί να κρύψει τις πραγματικές ευθύνες

Κάθε φορά που η κοινωνία βρίσκεται μπροστά σε μια μεγάλη καταστροφή, επαναλαμβάνεται το ίδιο έργο. Η δημόσια συζήτηση στρέφεται στην αναζήτηση ενός ενόχου, ενώ οι πολιτικές που οδήγησαν στην καταστροφή μένουν στο απυρόβλητο. Το ίδιο συνέβη και στην Πάρο.

Η σύλληψη του δημάρχου Πάρου, Κώστα Μπιζά, του αρμόδιου αντιδημάρχου και δύο υπαλλήλων, καθώς και οι δικαστικές εξελίξεις που ακολούθησαν, κυριάρχησαν στην επικαιρότητα. Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις, οι δημόσιες τοποθετήσεις και οι αλληλοκατηγορίες επισκίασαν πολύ γρήγορα την ουσία της υπόθεσης. Ο δημόσιος διάλογος μετατοπίστηκε από τα πραγματικά προβλήματα στην αναζήτηση προσώπων πάνω στα οποία θα συγκεντρώνονταν όλες οι ευθύνες.

Σε αυτό το κλίμα εντάσσεται και η δήλωση του δημάρχου, ο οποίος έκανε λόγο για την εκτέλεση ενός «συμβολαίου πολιτικής του εξόντωσης από κάποιους που έβγαιναν σε τηλεοράσεις και στην ουσία προανήγγειλαν αυτά που θα έλεγε την άλλη μέρα η εισαγγελέας». Ανεξάρτητα από το πώς αξιολογεί κανείς αυτή τη δήλωση, ένα γεγονός δεν μπορεί να αμφισβητηθεί: η δημόσια συζήτηση απομακρύνθηκε από τα ζητήματα που πραγματικά ανέδειξε η υπόθεση της Πάρου.

Δύο πολύ σοβαρότερα ζητήματα

Όμως, πίσω από τη δικαστική υπόθεση αναδείχθηκαν δύο πολύ σοβαρότερα ζητήματα.

Το πρώτο αφορά τη διαχρονική υποχρηματοδότηση της πρόληψης, της δασοπροστασίας και της πυροπροστασίας.

Το δεύτερο αφορά την πολιτική διαχείριση των απορριμμάτων, τη δημιουργία των ΦΟΔΣΑ και την πορεία εμπορευματοποίησης ενός τομέα που θα έπρεπε να υπηρετεί αποκλειστικά την προστασία του περιβάλλοντος και το δημόσιο συμφέρον.

Αυτά είναι τα πραγματικά ζητήματα. Και αυτά επιχειρεί να κρύψει ο αποπροσανατολισμός.

Η πυροπροστασία και η διαχείριση των απορριμμάτων μπορεί να φαίνονται δύο διαφορετικά πεδία. Στην πραγματικότητα αποτελούν δύο εκφράσεις της ίδιας αντίληψης για τον ρόλο του κράτους. Μιας αντίληψης που αντιμετωπίζει την προστασία του περιβάλλοντος όχι ως δημόσιο κοινωνικό αγαθό, αλλά ως δημοσιονομικό κόστος που πρέπει να περιοριστεί και ως πεδίο επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Η κοινή συνισταμένη αυτής της αντίληψης είναι η σταδιακή μεταφορά κρίσιμων τομέων από την αποκλειστική ευθύνη του κράτους σε ένα μοντέλο όπου διευρύνεται συνεχώς η συμμετοχή των επιχειρηματικών ομίλων. Δεν πρόκειται για δύο ανεξάρτητες επιλογές. Πρόκειται για την ίδια πολιτική λογική που εφαρμόζεται σε διαφορετικούς τομείς. Τόσο στη διαχείριση των απορριμμάτων όσο και στην πολιτική προστασία το κριτήριο της κοινωνικής ανάγκης υποχωρεί απέναντι στο κριτήριο του κόστους και της οικονομικής αποδοτικότητας.

Το αποτέλεσμα είναι διπλά αρνητικό. Από τη μία πλευρά οι πολίτες πληρώνουν ολοένα και περισσότερα, είτε μέσω της φορολογίας είτε μέσω των ανταποδοτικών τελών. Από την άλλη, δημιουργούνται νέα πεδία κερδοφορίας για μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους. Όταν η προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης ζωής υποχωρεί μπροστά στη λογική της αγοράς και του επιχειρηματικού κέρδους, εκείνοι που τελικά επιβαρύνονται είναι οι πολλοί, ενώ εκείνοι που ωφελούνται είναι οι λίγοι.

Οι μεγάλες καταστροφές δεν είναι αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας αστοχίας. Είναι το αποτέλεσμα των πολιτικών που εφαρμόζουν διαχρονικά οι κυβερνήσεις. Πολιτικές που αντιμετωπίζουν την πρόληψη ως δαπάνη και όχι ως επένδυση για την προστασία της ανθρώπινης ζωής, της περιουσίας και του φυσικού περιβάλλοντος.

Οι δημόσιοι πόροι δεν κατανέμονται τυχαία. Οι κυβερνήσεις καταρτίζουν τους προϋπολογισμούς τους μέσα στο πλαίσιο των κατευθύνσεων και των δεσμεύσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όταν, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, επιλέγεται η αύξηση των πολεμικών δαπανών, ενώ η πρόληψη, η δασοπροστασία και η πυροπροστασία παραμένουν διαχρονικά υποχρηματοδοτούμενες, δεν πρόκειται για τεχνική ή διοικητική αδυναμία. Πρόκειται για συγκεκριμένη πολιτική επιλογή των κυβερνήσεων.

Οι συνέπειες

Οι συνέπειες αυτών των επιλογών δεν είναι θεωρητικές. Είναι ορατές κάθε καλοκαίρι. Μετά από κάθε μεγάλη πυρκαγιά ακολουθεί η ίδια αλληλουχία γεγονότων: καταγράφονται οι καταστροφές, αναζητούνται ευθύνες σε πρόσωπα, εξαγγέλλονται μέτρα αποκατάστασης και, μέχρι την επόμενη πυρκαγιά, η συζήτηση για την πρόληψη ξεχνιέται. Έτσι, το πρόβλημα αναπαράγεται και ο κύκλος επαναλαμβάνεται.

Αυτό δεν αποτελεί αστοχία ούτε συγκυριακό λάθος. Είναι η συνέπεια μιας διαχρονικής πολιτικής επιλογής, την οποία υπηρέτησαν διαδοχικά οι κυβερνήσεις των τελευταίων δεκαετιών. Μιας πολιτικής που κράτησε την πρόληψη, τη δασοπροστασία και την πυροπροστασία σε δεύτερη μοίρα απέναντι σε άλλες δημοσιονομικές προτεραιότητες. Η τραγική εμπειρία των συνεχόμενων καταστροφικών πυρκαγιών αποδεικνύει ότι η πρόληψη εξακολουθεί να αποτελεί τον αδύναμο κρίκο της πολιτικής προστασίας.

Η Πάρος δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Αποτέλεσε ακόμη μία απόδειξη ότι όταν η πρόληψη υποχωρεί, η κοινωνία πληρώνει πολύ βαρύτερο τίμημα μετά την καταστροφή.

Πόσο κοστίζει το σημερινό μοντέλο των ΦΟΔΣΑ

Η ίδια αντίληψη αποτυπώνεται και στον τρόπο με τον οποίο οργανώθηκε τα τελευταία χρόνια η διαχείριση των απορριμμάτων.

Η υπόθεση της Πάρου ανέδειξε και μια δεύτερη όψη της ίδιας πολιτικής. Τη διαχείριση των απορριμμάτων. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας παρουσίασε τη δημιουργία των ΦΟΔΣΑ ως μια αναγκαία μεταρρύθμιση που θα εξασφάλιζε αποτελεσματικότερη διαχείριση των αποβλήτων, οικονομίες κλίμακας και καλύτερη προστασία του περιβάλλοντος. Η πραγματικότητα, όμως, ιδιαίτερα στους νησιωτικούς δήμους, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το κατά πόσο οι στόχοι αυτοί επιτεύχθηκαν.

Η περίπτωση της Πάρου είναι χαρακτηριστική. Πριν από τη μεταφορά της αρμοδιότητας στον ΦΟΔΣΑ Νοτίου Αιγαίου, το ετήσιο κόστος διαχείρισης των απορριμμάτων ανερχόταν περίπου στις 350.000 ευρώ. Σήμερα προσεγγίζει το 1 εκατομμύριο ευρώ. Πρόκειται για σχεδόν τριπλασιασμό του κόστους, το οποίο τελικά επιβαρύνει τους δημότες μέσω των ανταποδοτικών τελών.

Το πρόβλημα, όμως, δεν περιορίζεται στο οικονομικό κόστος. Αν η αύξηση αυτή συνοδευόταν από αντίστοιχη βελτίωση της αποτελεσματικότητας, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το επιπλέον κόστος απέδωσε ένα καλύτερο αποτέλεσμα. Η πραγματικότητα στην Πάρο δεν επιβεβαιώνει αυτή την εικόνα. Οι δυσλειτουργίες παραμένουν, οι καθυστερήσεις εξακολουθούν να υπάρχουν και οι αποφάσεις απομακρύνονται ολοένα περισσότερο από τις τοπικές κοινωνίες.

Το ίδιο αποκαλυπτική είναι και η κατάσταση στις υποδομές. Για πολλά χρόνια η λειτουργία του Σημείου Υποδοχής Απορριμμάτων παραμένει υποστελεχωμένη, ενώ η δημιουργία του δεύτερου κυττάρου δεν έχει προχωρήσει λόγω έλλειψης της αναγκαίας χρηματοδότησης. Τα γεγονότα αυτά δεν αποτελούν μεμονωμένες αδυναμίες. Επιβεβαιώνουν ότι ο σχεδιασμός που συνόδευσε τη δημιουργία του ΦΟΔΣΑ δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει βασικά και διαχρονικά προβλήματα της διαχείρισης των απορριμμάτων στην Πάρο.

Η εικόνα αυτή αναδεικνύει μια βαθύτερη αντίφαση. Ενώ το κόστος αυξάνεται θεαματικά για τους πολίτες, βασικές υποδομές παραμένουν ελλιπείς και κρίσιμες ανάγκες εξακολουθούν να μην καλύπτονται. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο πόσο κοστίζει το σημερινό μοντέλο, αλλά και ποιον τελικά υπηρετεί.

Η διαχείριση των απορριμμάτων, όπως και η προστασία από τις φυσικές καταστροφές, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα. Αποτελεί βασική υποχρέωση της πολιτείας απέναντι στην κοινωνία. Όταν, όμως, κρίσιμες δημόσιες λειτουργίες οργανώνονται με όρους αγοράς, το οικονομικό βάρος μεταφέρεται στους πολίτες, ενώ δημιουργούνται νέα πεδία κερδοφορίας για μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους. Η εμπειρία της Πάρου δείχνει ότι αυτό το μοντέλο δεν οδηγεί ούτε σε φθηνότερες ούτε σε αποτελεσματικότερες υπηρεσίες. Αντίθετα, οδηγεί σε μεγαλύτερη οικονομική επιβάρυνση των τοπικών κοινωνιών, ενώ βασικές ανάγκες εξακολουθούν να παραμένουν ακάλυπτες.

Το συμπέρασμα είναι σαφές. Όσο κρίσιμοι τομείς, όπως η πολιτική προστασία και η διαχείριση των απορριμμάτων, οργανώνονται με κριτήριο τη μείωση του δημόσιου κόστους και τη διεύρυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, το οικονομικό βάρος θα μεταφέρεται στους πολίτες χωρίς αντίστοιχη βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Ο αποπροσανατολισμό της κοινωνίας

Η υπόθεση της Πάρου δεν πρέπει να μείνει στην ιστορία ως ακόμη μία δικαστική ή πολιτική αντιπαράθεση. Η πραγματική της σημασία βρίσκεται στο ότι έφερε στην επιφάνεια δύο κρίσιμα ζητήματα: την υποχρηματοδότηση της πρόληψης και της πυροπροστασίας και το μοντέλο διαχείρισης των απορριμμάτων που εφαρμόζεται σήμερα.

Η λογική της προσωποποίησης των ευθυνών και η αναζήτηση ενός αποδιοπομπαίου τράγου μπορεί να εξυπηρετούν την επικαιρότητα. Στην πραγματικότητα, όμως, οδηγούν στη συγκάλυψη των πραγματικών προβλημάτων και στον αποπροσανατολισμό της κοινωνίας, ώστε να μένουν στο απυρόβλητο οι πολιτικές επιλογές των κυβερνήσεων που τα δημιούργησαν ή τα διαιώνισαν.

Οι κυβερνήσεις εναλλάσσονται. Όσο όμως παραμένει η ίδια στρατηγική, τα αποτελέσματα δεν μπορούν να είναι διαφορετικά. Οι πυρκαγιές θα συνεχίσουν να αντιμετωπίζονται αφού ξεσπάσουν, η πρόληψη θα παραμένει ο φτωχός συγγενής των κρατικών προτεραιοτήτων και οι πολίτες θα καλούνται να πληρώνουν ολοένα ακριβότερα για υπηρεσίες που δεν γίνονται αντίστοιχα καλύτερες.

Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος θα γίνει κάθε φορά ο επόμενος αποδιοπομπαίος τράγος. Είναι αν η κοινωνία θα συνεχίσει να αποδέχεται πολιτικές που υποχρηματοδοτούν την πρόληψη, μεταφέρουν κρίσιμες δημόσιες λειτουργίες στην αγορά και μετακυλύουν το κόστος στους πολίτες. Γιατί όσο αυτές οι πολιτικές παραμένουν αμετάβλητες, οι κρίσεις θα επαναλαμβάνονται και οι πραγματικές ευθύνες θα εξακολουθούν να κρύβονται πίσω από τον εκάστοτε «ένοχο» της επικαιρότητας.

Νίκος Ραγκούσης – Λαουτάρης

bluestarferries

FLEXCAR

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΑΡΘΡΑ

seajets

AGNANTI

deya-parou.gr

anergoidam

KRAFT

YOUTUBE LIVE

parostoday

FLEXCAR

ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΖΩΩΝ

ParosVoise

OMILOS