Στο σημερινό μας άρθρο θα προσπαθήσουμε να βρούμε μια διέξοδο από τον φαύλο κύκλο της εξουσίας, της χειραγώγησης και της κοινωνικής παραίτησης που οδηγούνται οι πολίτες.. τεχνηέντως.
Ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία η δημοκρατία μοιάζει να διατηρεί τα εξωτερικά της χαρακτηριστικά, ενώ συχνά χάνει το ουσιαστικό της περιεχόμενο.
Οι πολίτες ψηφίζουν, οι κυβερνήσεις εναλλάσσονται, τα μέσα ενημέρωσης εκπέμπουν αδιάκοπα πληροφορίες και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προσφέρουν την ψευδαίσθηση της ελεύθερης έκφρασης.
Παρ’ όλα αυτά, ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας αισθάνεται ότι δεν ελέγχει τίποτα από όσα καθορίζουν τη ζωή του. Το πρώτο ερώτημα αφορά τον ρόλο των μέσων ενημέρωσης. Ο Νόαμ Τσόμσκι υποστήριξε ότι στα σύγχρονα δημοκρατικά καθεστώτα η συναίνεση των πολιτών δεν επιβάλλεται με τη βία αλλά «κατασκευάζεται» μέσω μηχανισμών πληροφόρησης και επικοινωνίας.
Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς πλήρως μαζί του, είναι δύσκολο να αγνοήσει το γεγονός ότι τα περισσότερα μεγάλα μέσα ανήκουν σε οικονομικά ισχυρά κέντρα, των οποίων τα επιχειρηματικά συμφέροντα συχνά συνδέονται με την πολιτική εξουσία. Και σαν να μην έφτανε αυτό, εμφανίστηκε μια νέα πραγματικότητα.
Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης… Ενώ αρχικά παρουσιάστηκαν ως εργαλεία εκδημοκρατισμού της πληροφορίας, σήμερα ελέγχονται από τους πλουσιότερους ανθρώπους του πλανήτη. Οι αλγόριθμοι δεν προωθούν απαραίτητα την αλήθεια ή την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου, αλλά προωθούν ότι αυξάνει την προσοχή, την ένταση, τον φόβο και τελικά την κερδοφορία τους. Στο ίδιο πλαίσιο, οι πολιτικοί συχνά αντιμετωπίζονται με καχυποψία.
Ο Μαξ Βέμπερ είχε επισημάνει ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα ότι η πολιτική είναι ένας χώρος όπου συγκρούονται ιδέες, συμφέροντα και μηχανισμοί ισχύος. Όταν η οικονομική δύναμη συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια, η πολιτική ανεξαρτησία γίνεται ολοένα πιο δύσκολη. Έτσι δημιουργείται η εντύπωση ότι οι κυβερνήσεις αλλάζουν, αλλά οι πραγματικοί συσχετισμοί εξουσίας παραμένουν οι ίδιοι.
Αμφισβήτηση αντιμετωπίζουν και οι δημοσκοπήσεις. Όταν παρουσιάζονται συνεχώς ως «αντικειμενικός καθρέφτης» της κοινωνίας επηρεάζουν τη συμπεριφορά των πολιτών περισσότερο από όσο την καταγράφουν. Η κοινωνική ψυχολογία έχει δείξει ότι πολλοί άνθρωποι τείνουν να ταυτίζονται με αυτό που εμφανίζεται ως κυρίαρχο ρεύμα, ιδιαίτερα σε περιόδους ανασφάλειας.
Και ο ίδιος ο λαός; Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση. Από τη μία πλευρά, οι πολίτες συχνά εμφανίζονται απογοητευμένοι, φοβισμένοι, οικονομικά πιεσμένοι και πολιτικά αποστασιοποιημένοι. Από την άλλη, η ιστορία δείχνει ότι καμία εξουσία δεν υπήρξε παντοδύναμη.
Όπως έγραφε η Χάνα Άρεντ, η ισχύς δεν βρίσκεται τελικά στους κυβερνώντες αλλά στη συλλογική αποδοχή που τους παρέχουν οι κυβερνώμενοι. Όταν αυτή η αποδοχή αποσύρεται ακόμη και τα πιο ισχυρά συστήματα μπορούν να κλονιστούν.
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν ο κόσμος βαδίζει αναπόφευκτα προς μια γενικευμένη κρίση. Οι αυξανόμενες ανισότητες, οι γεωπολιτικές συγκρούσεις, η κλιματική αλλαγή και η αποδυνάμωση των δημοκρατικών θεσμών δημιουργούν εύλογη ανησυχία. Θα οδηγηθούμε άραγε σε εξεγέρσεις;
Η ιστορία διδάσκει ότι η κοινωνική έκρηξη είναι πιθανή όταν η εξαθλίωση συνδυάζεται με την απώλεια ελπίδας. Ωστόσο, οι μεγάλες αλλαγές δεν προέρχονται πάντα από επαναστάσεις.
Συχνά προκύπτουν από μακροχρόνιες διαδικασίες θεσμικής βελτίωσης, εκπαίδευσης και κοινωνικής κινητοποίησης. Το ίδιο ισχύει και για το διεθνές δίκαιο. Πολλές φορές μοιάζει να υποχωρεί μπροστά στη δύναμη των ισχυρών κρατών. Παρ’ όλα αυτά, η ίδια η ύπαρξή του αποτελεί ιστορική κατάκτηση. Αν δεν υπήρχε, η αυθαιρεσία θα ήταν ακόμη μεγαλύτερη.
Το ζητούμενο δεν είναι να εγκαταλείψουμε την ιδέα του διεθνούς δικαίου επειδή παραβιάζεται, αλλά να ενισχύσουμε τους θεσμούς που το καθιστούν αποτελεσματικότερο. Και οι επόμενες γενιές; Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη ευθύνη μας. Ο Αντόνιο Γκράμσι έγραψε μια φράση που παραμένει επίκαιρη… «Απαισιοδοξία της σκέψης, αισιοδοξία της βούλησης»! Να βλέπουμε καθαρά τα προβλήματα χωρίς αυταπάτες, αλλά να μη χάνουμε την πίστη στη δυνατότητα αλλαγής.
Η χαραμάδα φωτός υπάρχει. Βρίσκεται στην εκπαίδευση που καλλιεργεί κριτική σκέψη αντί για παθητική κατανάλωση πληροφοριών. Βρίσκεται στους ενεργούς πολίτες που συμμετέχουν στα κοινά αντί να αποσύρονται. Βρίσκεται στους ελάχιστους δημοσιογράφους που επιμένουν να υπηρετούν την αντικειμενική πληροφόρηση, στους επιστήμονες που υπερασπίζονται τη γνώση, στους λίγους δικαστές που προστατεύουν το κράτος δικαίου, στους νέους που αρνούνται να αποδεχθούν τον κυνισμό… ως φυσική κατάσταση. Ίσως, λοιπόν, το πρόβλημα να μην είναι μόνο ότι «μπλέξαμε». Ίσως το πραγματικό ερώτημα να είναι αν θα αποδεχθούμε ότι η πορεία αυτή είναι αναπόφευκτη.
Η ιστορία των κοινωνιών δείχνει ότι τίποτε δεν είναι προδιαγεγραμμένο. Οι εποχές κρίσης γεννούν συχνά και τις δυνάμεις της ανανέωσης. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που σκέφτονται, αμφισβητούν, συνεργάζονται και αγωνίζονται για περισσότερη δικαιοσύνη, η δημοκρατία δεν έχει χάσει το παιχνίδι. Και όσο η δημοκρατία δεν έχει χάσει το παιχνίδι, υπάρχει ακόμη λόγος να ελπίζουμε.




















