Η συζήτηση που άνοιξε με αφορμή τις εξελίξεις στην Πάρο αγγίζει ένα από τα πιο ουσιαστικά ζητήματα της δημόσιας ζωής στη χώρα που είναι ποιος πραγματικά αποφασίζει για τον τόπο μας και ποιος τελικά λογοδοτεί στους πολίτες. Η αλήθεια βρίσκεται κάπου ανάμεσα στις δύο ακραίες προσεγγίσεις.
Είναι γεγονός ότι τις τελευταίες δεκαετίες η Τοπική Αυτοδιοίκηση έχει απολέσει σημαντικό μέρος των αρμοδιοτήτων της. Κρίσιμες αποφάσεις για τη χωροταξία, τις οικοδομικές άδειες, τις παραχωρήσεις αιγιαλού, τη διαχείριση φυσικών πόρων, ακόμη και για βασικές περιβαλλοντικές πολιτικές, λαμβάνονται από υπουργεία, αποκεντρωμένες διοικήσεις, ανεξάρτητες αρχές και κρατικούς οργανισμούς. Οι δήμοι καλούνται πολλές φορές να διαχειριστούν τις συνέπειες αποφάσεων που δεν έλαβαν ποτέ οι ίδιοι. Αυτό δημιουργεί ένα πραγματικό δημοκρατικό έλλειμμα.
Οι πολίτες εκλέγουν δημοτικές αρχές, αλλά διαπιστώνουν ότι σε πολλά από τα σοβαρότερα ζητήματα αυτές δεν έχουν ούτε την αρμοδιότητα ούτε τα μέσα να παρέμβουν αποφασιστικά. Η συνεχής μεταφορά εξουσιών προς το κεντρικό κράτος αποδυναμώνει την έννοια της αυτοδιοίκησης και μετατρέπει πολλές φορές τους δήμους σε απλούς διαχειριστές της καθημερινότητας. Όμως αυτή είναι μόνο η μία όψη της πραγματικότητας.
Η άλλη είναι ότι η συρρίκνωση των αρμοδιοτήτων δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για την απουσία πολιτικής πρωτοβουλίας. Οι δήμαρχοι δεν είναι απλοί διεκπεραιωτές διοικητικών διαδικασιών. Είναι οι θεσμικοί εκπρόσωποι των τοπικών κοινωνιών. Διαθέτουν πολιτική νομιμοποίηση, δημόσιο βήμα και τη δυνατότητα να οργανώνουν τη διεκδίκηση των συμφερόντων του τόπου τους.
Η ιστορία της Αυτοδιοίκησης έχει δείξει ότι όταν οι τοπικές κοινωνίες κινητοποιούνται οργανωμένα, μπορούν να επηρεάσουν κυβερνητικές αποφάσεις, να καθυστερήσουν ή να αποτρέψουν επιζήμιες επιλογές και να επιβάλουν αλλαγές στον δημόσιο διάλογο.
Καμία κυβέρνηση δεν αγνοεί εύκολα μια ενωμένη και τεκμηριωμένη κοινωνική αντίδραση. Γι’ αυτό η ευθύνη των δημοτικών αρχών δεν εξαντλείται στην επισήμανση ότι «δεν είναι δική μας αρμοδιότητα». Οφείλουν να ενημερώνουν συστηματικά τους πολίτες για το ποιος αποφασίζει και γιατί.
Να συγκαλούν ανοικτές συνελεύσεις και δημόσιες διαβουλεύσεις. Να αναζητούν κοινό μέτωπο με άλλους δήμους που αντιμετωπίζουν τα ίδια προβλήματα. Να ασκούν θεσμική πίεση με προσφυγές, ψηφίσματα, συντονισμένες παρεμβάσεις και δημόσιες πρωτοβουλίες. Αυτό δεν σημαίνει στείρα σύγκρουση με την εκάστοτε κυβέρνηση. Σημαίνει υπεύθυνη εκπροσώπηση των συμφερόντων της τοπικής κοινωνίας.
Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση οφείλει να αναγνωρίσει ότι η αποκέντρωση δεν μπορεί να είναι μόνο μια συνταγματική διακήρυξη. Όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται ολοένα και πιο μακριά από τις τοπικές κοινωνίες, χωρίς ουσιαστική συμμετοχή τους, ενισχύεται η δυσπιστία των πολιτών απέναντι στους θεσμούς.
Η ανάπτυξη δεν μπορεί να σχεδιάζεται ερήμην εκείνων που θα ζήσουν τις συνέπειές της. Ειδικά σε νησιά όπως η Πάρος, όπου η πίεση από τον τουρισμό, την οικοδομική δραστηριότητα και την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων είναι ιδιαίτερα έντονη, οι αποφάσεις δεν μπορούν να βασίζονται μόνο σε οικονομικούς δείκτες.
Χρειάζονται σχεδιασμός, επιστημονική τεκμηρίωση, σεβασμός στη φέρουσα ικανότητα του τόπου και ουσιαστική συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας. Τελικά, η εύκολη αναζήτηση ενός αποκλειστικού ενόχου δεν βοηθά. Δεν φταίει μόνο το κεντρικό κράτος, ούτε μόνο οι δήμαρχοι. Η κυβέρνηση έχει την ευθύνη για τη συνεχή συγκέντρωση εξουσιών και τη θεσμική αποδυνάμωση της Αυτοδιοίκησης.
Οι δημοτικές αρχές έχουν την ευθύνη να μην αποδέχονται παθητικά αυτή την πραγματικότητα, αλλά να διεκδικούν ενεργά περισσότερες αρμοδιότητες, περισσότερους πόρους και κυρίως μεγαλύτερο σεβασμό στη βούληση των τοπικών κοινωνιών. Και οι πολίτες, τέλος, έχουν ίσως τη σημαντικότερη ευθύνη…
Να συμμετέχουν, να ενημερώνονται, να μην είναι μια «μόνιμη άρνηση και γκρίνια» του πληκτρολογίου, να απαιτούν διαφάνεια και λογοδοσία από όλους. Να μη συμβιβάζονται ούτε με την ευκολία του «φταίει η Αθήνα» ούτε με την «παθητικότητα» όσων εκλέγονται για να εκπροσωπούν τον τόπο τους.
Η Τοπική Αυτοδιοίκηση θα αποκτήσει ξανά ουσιαστικό περιεχόμενο μόνο όταν η ευθύνη πάψει να μεταφέρεται από τον έναν στον άλλον και μετατραπεί σε κοινή διεκδίκηση για περισσότερη δημοκρατία, μεγαλύτερη αποκέντρωση και πραγματική συμμετοχή των πολιτών στις αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον του τόπου τους.



















