Πριν λίγες μέρες ο ίδιος ο πρωθυπουργός περιχαρής έσπευσε ν΄ ανακοινώσει την απαγόρευση στην πρόσβαση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για τους 15χρονους μαθητές και μαθήτριες.
Από τα βίντεο στο ΤΙΚ – ΤΟΚ με το κωμικό καπέλο κι από το χρήμα για δεδομένα στους νέους, ο πρωθυπουργός πέρασε στο αντίθετο άκρο. Κατόπιν πιέσεων των γονέων, αλλά και για λόγους καθαρά πολιτικούς, ξαφνικά τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έγιναν ο κακός λύκος, που φταίει για την επιθετικότητα των παιδιών.
Το σημαντικό στοιχείο που άλλαξε τη ζωή μας το διαδίκτυο ήταν πως μετά το τηλέφωνο, την τηλεόραση, το ραδιόφωνο ήρε ακόμη περισσότερο την απομόνωση. Μπορεί να δημιούργησε άλλου είδους προβλήματα, όμως, άλλαξε αυτό που για χιλιετίες ήταν αδιανόητο. Να μιλάς σε πραγματικό χρόνο και να βλέπεις τον άλλον. Αυτό για τα παιδιά, ειδικά των νησιών ή των απομακρυσμένων περιοχών, είναι λύτρωση.
Θα γίνει ο κόσμος καλύτερος αν τα παιδιά πάψουν να βλέπουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης; Όχι βέβαια. Τα παιδιά θα παίρνουν τα κινητά τηλέφωνα των μπαμπάδων και των μαμάδων – ακόμη και των γιαγιάδων κι έτσι άλλο ένα μέτρο πολυδιαφημισμένο κινδυνεύει να βγει εκτός, προτού καν υλοποιηθεί. Θα έχει, όμως, επιπτώσεις αυτό τον τουρισμό;
Η κυβέρνηση αντί να δώσει χρόνο σε παιδιά και γονείς, δίνει την ψευδεπίγραφη καταστολή των κοινωνικών δικτύων. Όμως, κάνει πως δεν βλέπει τον πιο αντεργατικό νόμο, που προβλέπει το 13ωρο. Αποφεύγει να κοιτάξει στα μάτια τα παιδιά, που αναζητούν αξίες, ενώ τρέχουν σαν ρομποτάκια σε ξένες γλώσσες, φροντιστήρια, δραστηριότητες. Μπορεί ένα στέλεχος εταιρείας, να δώσει χρόνο στο παιδί του, που ό,τι ώρα να ’ναι τον παίρνουν τηλέφωνο και στο σπίτι; Ένας κόσμος με απίθανα πλούτη αλλά για τους λίγους.
Με τις αλλεπάλληλες κρίσεις και με τον πληθωρισμό η ελληνική οικογένεια μεταβάλλεται, σε ένα κύτταρο, που μεταλλάσσεται. Είτε διότι δουλεύουν όλοι σε συνθήκες εξόντωσης είτε γιατί δεν υπάρχει και το χρήμα για να απολαύσουν οι μικροχαρές, που δένουν τις οικογένειες. Πόσοι πια προλαβαίνουμε να πάμε σε μία γιορτή;
Στην Πάρο μπορεί τα πράγματα να είναι καλύτερα, τον χειμώνα. Αυτό όμως δεν αλλάζει τα όνειρα που προσφέρουμε στα παιδιά: Να διαβάζουν, να τρέχουν αλλά όταν έρθει η ώρα να πάρει κάποιος παρατρεχάμενος τις θέσεις που διεκδικούν, επειδή είχε υψηλές διασυνδέσεις. Ό,τι δεν πειράζει αν κάποιος λέει υπερβολές. Μόνο αν τον πιάσουν να λέει δημόσια ψέματα, μπορεί να ζοριστεί. Αρκούν του Γκρούεζα τα κομματικά ένσημα.
Η υπόθεση των κοινωνικών δικτύων, όπως εξελίσσεται, αποτυπώνει και την υποκρισία που υπάρχει γύρω μας. Όταν όλα είναι ηλεκτρονικά, όταν ζούμε σ’ έναν κόσμο, που κάνει διαρκώς ψηφιακά άλματα, εμείς πρέπει να πείσουμε πως δεν συμβαίνει τίποτα. Δεν μας φταίει σε τίποτα η Τεχνητή Νοημοσύνη για τον κόσμο που φτιάξαμε. Και προτιμούν τα παιδιά τελικά την εικονική πραγματικότητα, από τη ζωή που τους προσφέρουμε κάθε μέρα…




















