Πρέπει πάντα να έχουμε στο νου μας ότι η δημοκρατία δεν είναι ένα τέλειο πολιτικό σύστημα. Είναι όμως «το καλύτερο που έχουμε» όπως έλεγε ο Τσώρτσιλ.
Η αξία της βρίσκεται στο ότι δίνει τη δυνατότητα να απαλλασσόμαστε από κακές κυβερνήσεις και λανθασμένες επιλογές χωρίς βία και αιματοχυσία.
Στην Ελλάδα, αυτό το «αρνητικό» ορισμό της δημοκρατίας τον βιώνουμε καθημερινά, συχνά με πόνο αλλά και με ελπίδα. Τα τελευταία χρόνια αρκετά και σοβαρά γεγονότα δοκίμασαν την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Η υπόθεση των υποκλοπών κλόνισε την «εικόνα» της κυβέρνησης διεθνώς και επιβεβαίωσε την αρνητική λειτουργία της δημοκρατίας στην χώρα μας. Το δυστύχημα στα Τέμπη ανέδειξε τραγικά την ανεπάρκεια του κράτους σε ζητήματα ασφάλειας και λογοδοσίας.
Παράλληλα, η διαχείριση φυσικών καταστροφών (φωτιές και πλημμύρες) ενίσχυσε την αίσθηση ότι οι θεσμοί δεν ανταποκρίνονται. Και φυσικά το «οργανωμένο» από γαλάζια στελέχη σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, «ανάγκασε» την Ευρωπαϊκή εισαγγελία να μας βάλει στην θέση του κατηγορουμένου.
Αυτή η απογοήτευση εκφράζεται με μαζικές διαδηλώσεις, έντονη κριτική στα κοινωνικά δίκτυα, αλλά όχι με βίαιη αμφισβήτηση του πολιτεύματος. Εδώ βρίσκεται η δύναμη της δημοκρατίας, δηλαδή στο ότι οι πολίτες μπορούν να διαμαρτύρονται, να διεκδικούν αλλαγές και να απαιτούν ευθύνες χωρίς να θέτουν σε κίνδυνο το ίδιο το σύστημα. Όσο κι αν αυξάνεται ένα «κίνημα αντισυστημισμού» η δημοκρατία αντέχει και πρέπει να αντέξει.
Η Ελλάδα επίσης έχει κατηγορηθεί διεθνώς για προβλήματα στην ελευθερία του Τύπου. Οι σχέσεις κυβέρνησης και μέσων μαζικής ενημέρωσης (προπαγάνδας) και η έλλειψη διαφάνειας στη χρηματοδότηση αυτών των μέσων τροφοδοτούν την καχυποψία.
Η «λίστα Πέτσα» και η «ομάδα αλήθειας» μας κατασυκοφάντησαν σε όλη της Ευρώπη και κηλίδωσαν ανεπανόρθωτα την εικόνα της «τέταρτης εξουσίας» που μόνο ως ανέκδοτο πια μπορεί να αναφερθεί.
Στην Ελλάδα, η πίεση της κοινωνίας των πολιτών μπορεί και πρέπει να οδηγήσει σε βελτιώσεις, σε νομοθετικές πρωτοβουλίες για τη διαφάνεια, για την ασφάλεια στις μεταφορές, για την απονομή δικαιοσύνης σε όλες τις περιπτώσεις, όσο «ψηλά» κι αν βρίσκονται οι κατηγορούμενοι.
Η ελληνική δημοκρατία συχνά κατηγορείται για αδυναμίες, για πελατειακές σχέσεις, για διαφθορά. Όμως η δύναμή της πρέπει να «μεταφερθεί» στην ικανότητα της να διορθώνει τις ατέλειες της.
Οι κυβερνήσεις αλλάζουν, τα κόμματα φθείρονται και «αλλάζουν εσωτερικά» ή αντικαθίστανται, η κοινωνία αντιδρά και προσαρμόζεται. Δεν πρόκειται για εγγύηση ορθότητας, αλλά για έναν μηχανισμό που επιτρέπει ειρηνική προσαρμογή.
Σε μια χώρα με το ιστορικό βάρος δικτατοριών, εμφυλίων και πολιτικών συγκρούσεων, αυτή η δυνατότητα αλλαγής χωρίς βία είναι ανεκτίμητη. Και ίσως αυτό είναι το πιο επίκαιρο μήνυμα για την Ελλάδα… Ότι πρέπει να εμπιστευτούμε τη δημοκρατία όχι επειδή είναι τέλεια, αλλά επειδή μας επιτρέπει να διορθώνουμε τα λάθη (όσο μεγάλα κι αν είναι) χωρίς να γκρεμίσουμε τα πάντα.
Η πολιτική και μόνο η πολιτική θα δώσει την λύση και οι πολιτικοί με τις δικές μας κινητοποιήσεις και την «πίεση» μας θα αναγκαστούν να επιστρέψουν στην οδό της «πραγματικής δημοκρατίας».





















