Μια ανάσα από το κέντρο της Αθήνας, στον λόφο της Καισαριανής, ένας τοίχος στέκει ακόμα εκεί.
Μάρτυρας σιωπηλός ενός από τα πιο στυγερά εγκλήματα της ναζιστικής θηριωδίας στην Ελλάδα. Εκεί, την Πρωτομαγιά του 1944, διακόσιοι Έλληνες πατριώτες, στην πλειονότητά τους κομμουνιστές, δεν γιόρτασαν.
Εκτελέστηκαν εν ψυχρώ από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής. Η ιστορία τους, γραμμένη με αίμα και θυσία, παρέμενε για δεκαετίες «στο σκοτάδι», όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε. Όμως, η ανάδυση σπάνιων φωτογραφικών ντοκουμέντων, που παρέμεναν κρυμμένα για 82 ολόκληρα χρόνια, ήρθε να φωτίσει ξανά το μεγαλείο και την τραγωδία τους, προκαλώντας ρίγη συγκίνησης και έντονους ιστορικούς προβληματισμούς.
Με αφορμή την κυκλοφορία ενός ειδικού ένθετου αφιερώματος από την εφημερίδα «Ριζοσπάστης», το οποίο παρουσιάζει ανέκδοτα βιογραφικά, προσωπικές μαρτυρίες και επιστολές των 200 εκτελεσθέντων, η εκπομπή «Οι ειδήσεις… αλλιώς» του ParosVoice.com φιλοξένησε δύο καλεσμένους που φέρνουν στο φως την ιστορική αλήθεια.
Στο στούντιο, ο Νίκος Ραγκούσης υποδέχθηκε τη Μαρία Τσάτσα και τον Τάσο Αγγελίδη, μέλη του Τομεακού Συμβουλίου Νοτίων Κυκλάδων του ΚΚΕ, οι οποίοι μίλησαν με συγκίνηση και ιστορική ακρίβεια για το χρονικό της εκτέλεσης, την ηρωική στάση των θυμάτων και τη διαχρονική σημασία του αγώνα τους.
Η ανακοίνωση των δημίων: «Αντίποινα» για τη δολοφονία στρατηγού
Η συζήτηση ξεκίνησε με ένα συγκλονιστικό ντοκουμέντο: την επίσημη ανακοίνωση των γερμανικών δυνάμεων κατοχής. «Εις τας 27 Απριλίου 1944 εφονεύθησαν κομμουνισταί αντάρται κατόπιν υπούλου επιθέσεως πλησίον των Μολάων έναν Γερμανόν Στρατηγόν και τρεις εκ των συνοδών του», ανέφερε το κείμενο, το οποίο διάβασε ο δημοσιογράφος. Ως αντίποινα, ο γερμανικός στρατός διέτασσε την εκτέλεση διακοσίων κομμουνιστών, ενώ τα «ελληνικά εθελοντικά σώματα», οι ντόπιοι συνεργάτες των Ναζί, εκτέλεσαν «ιδία πρωτοβουλία» άλλους εκατό».
Η κ. Τσάτσα στάθηκε στη βαρύτητα αυτού του κειμένου. Όπως εξήγησε, δεν πρόκειται απλώς για μια στρατιωτική διαταγή, αλλά για μια «επίσημη οδηγία» που αποκαλύπτει την ωμή λογική των Ναζί: την τρομοκρατία μέσω της συλλογικής τιμωρίας. Επιπλέον, τόνισε την ιδιαίτερη συγκυρία. «Οδεύουμε προς το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου», ανέφερε.
«Ο Κόκκινος Στρατός είχε ήδη νικήσει στο Λένινγκραντ. Η αγριότητα αυτή, πέρα από μίσος, είχε και τον χαρακτήρα μιας ύστατης, απελπισμένης απάντησης απέναντι στην ηρωική ΕΑΜική Αντίσταση και την άρρηκτη σχέση της με το ΚΚΕ». Η επιλογή των 200 δεν ήταν τυχαία. Ήταν οι πιο «επικίνδυνοι», εκείνοι που είχαν ατσαλωθεί μέσα από χρόνια φυλακών και εξοριών.
Ποιοι ήταν οι 200; «Ήταν σίγουρα κομμουνιστές»
Μπροστά σε μια προσπάθεια ορισμένοι κύκλοι να «αποχρωματίσουν» την ταυτότητα των θυμάτων, αποκαλώντας τους απλώς «αγωνιστές» ή «Έλληνες», οι κ.κ. Τσάτσα και Αγγελίδης υπήρξαν κατηγορηματικοί. «Ήταν σίγουρα κομμουνιστές», τόνισε με έμφαση ο κ. Αγγελίδης. «Στην πλειοψηφία τους ήταν μέλη και στελέχη του Κομμουνιστικού Κόμματος».
Και συμπλήρωσε, δίνοντας μια διάσταση που συχνά διαφεύγει: «Αυτοί οι άνθρωποι δεν έγιναν αντιστασιακοί μόνο την περίοδο της Κατοχής. Κάνανε αντίσταση πριν τον πόλεμο, πριν καν έρθει ο κατακτητής. Ήταν φυλακισμένοι από το 1935-36 με το Ιδιώνυμο του Βενιζέλου και συνέχισαν με τη δικτατορία του Μεταξά. Ήταν συνδικαλιστές, άνθρωποι που παλεύανε για αυτά που παλεύει και σήμερα ο κόσμος». Μάλιστα, έκανε έναν παραλληλισμό με το σήμερα, αναφερόμενος σε διώξεις συνδικαλιστών και εκπαιδευτικών, για να δείξει ότι η ταξική πάλη και η ιδεολογική συνέπεια είναι διαχρονικές αξίες.
Η κ. Τσάτσα πρόσθεσε ότι μέσα από το ένθετο του «Ριζοσπάστη» θα παρουσιαστούν εκτενή βιογραφικά, που αποδεικνύουν περίτρανα ότι το 90% των θυμάτων ήταν κομμουνιστές. «Ήταν οι μοναδικοί που παραδόθηκαν από το ελληνικό κράτος στους Γερμανούς», είπε χαρακτηριστικά. «Για το Τρίτο Ράιχ, αυτοί οι άνθρωποι αποτελούσαν “θησαυρό”. Η εκτέλεσή τους είχε έναν ισχυρό συμβολισμό».
Δείτε όλη τη συνέντευξη



















